Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Κυριακή, 24 Φεβρουαρίου 2013

ΑΓΙΟΣ ΤΑΡΑΣΙΟΣ ΠΡΟΦΗΤΕΙΑ ΓΙΑ ΒΑΣΙΛΙΑ ΙΩΑΝΝΗ

Απολυτίκιο του Αγ. Ταρασίου - 25 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

«Έσβησε» η φωνή του Μανώλη Χατζημάρκου - Πένθος για τον Ιεροψαλτικό κόσμο της χώρας














Ο Μανώλης Χατζημάρκος, ένας από τους καλλιφωνότερους Πρωτοψάλτες της σύγχρονης εποχής, με σπάνια μελωδική φωνή, εμβριθής μουσικός και Χοράρχης, Καθηγητής Μουσικολογίας στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλίας, άφησε την τελευταία του πνοή, σήμερα Κυριακή 24 Φεβρουαρίου 2013, στην Αθήνα σε ηλικία 86 ετών.

Γεννήθηκε στο Βόλο το 1927 και από πολύ μικρός διακρίθηκε για την εντυπωσιακή καλλιφωνία του. Πήρε τα πρώτα μαθήματα Βυζαντινής Μουσικής από τον πατέρα του Κωνσταντίνο και στη συνέχεια μαθήτευσε κοντά στον Πρωτοψάλτη Χρήστο Πάντα του οποίου υπήρξε κανονάρχης σε ηλικία 9 ετών. Μαθήτευσε επίσης στον Κωνσταντίνο Πρίγγο, Θεοδόσιο Γεωργιάδη και Θεόδωρο Χατζηθεοδώρου τον Φωκαέα. Είχε Πτυχίο Βυζ. Μουσικής, Πτυχίο Ωδικής και Δίπλωμα μουσικοδιδάσκαλου, όλα με «Άριστα» και «Διάκριση» από το Ελληνικό Ωδείο Αθηνών. Υπηρέτησε ως Καθηγητής Μουσικής στη Β/θμια Εκπ/ση και έφθασε μέχρι το βαθμό του Γυμνασιάρχη (Ανωτέρα Εκκλ. Σχολή Αθηνών). Η ψαλτική του σταδιοδρομία αρχίζει από ηλικίας 12 ετών, οπότε ανέλαβε Πρωτοψάλτης στον Ι. Ναό Αγίου Γεωργίου Κάτω Λεχωνίων Βόλου. Στη συνέχεια έψαλε στον Αλμυρό (1941-44), στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγ.Νικολάου Βόλου ως Λαμπαδάριος (1944-46) και στη συνέχεια ως Πρωτοψάλτης (1946-79). Το 1947 ίδρυσε τη Σχολή Βυζαντινής Μουσικής της Ι. Μ. Δημητριάδος, την πρώτη Σχολή του είδους της στον Ελλαδικό χώρο. Το 1981 τοποθετήθηκε Πρωτοψάλτης του Ι. Ν. Αγίου Διονυσίου Αρεοπαγίτου Αθηνών, για να αποσυρθεί τα τελευταία χρόνια από το ιερό αναλόγιο λόγω φωνητικής κόπωσης.

Ο Μανώλης Χατζημάρκος αποτελούσε πράγματι για την εποχή μας μια εξέχουσα μουσική φυσιογνωμία και οντότητα με πλούσια και πολυσχιδή προσφορά στην λειτουργική μας μουσική. Εξαίρετος άνθρωπος, με ήθος και απαράμιλλη αρετή, ακέραιος χαρακτήρας, ευγενής και καλόκαρδος, έχαιρε της εκτίμησης και της αγάπης όλου του ψαλτικού κόσμου σε όλη την Ελλάδα. Η σπάνια καλλιφωνία του, η μοναδικότητα της μελωδικής του φωνής δέσποσε επί δεκαετίες σ' όλο τον ψαλτικό κόσμο, έγινε πρότυπο μίμησης και επηρέασε βαθύτατα τους νέους ψάλτες.

Η εξόδιος ακολουθία του θα τελεστεί τη Δευτέρα 25 Φεβρουαρίου 2013, στις 1.30 μ.μ. στον Μητροπολιτικό Ιερό Ναό Αγίου Νικολάου Βόλου, προεξάρχοντος του Σεβ. Μητροπολίτου Δημητριάδος και Αλμυρού κ. Ιγνατίου.

Η σορός του θα βρίσκεται από τις 12 το μεσημέρι στον Μητροπολιτικό Ναό.

Σάββατο, 23 Φεβρουαρίου 2013

ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΑΝΟΙΞΟΝ ΜΟΙ ΠΥΛΑΣ ΖΩΟΔΟΤΑ

ΤΗΣ ΜΕΤΑΝΟΙΑΣ ΤΑΠΛΗΘΗ ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ

ΕΣΠΕΡΙΝΟΣ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ

ΚΥΡΙΑΚΗ ΤΕΛΩΝΟΥ ΚΑΙ ΦΑΡΙΣΑΙΟΥ ΘΡ ΣΤΑΝΙΤΣΑΣ

Απολυτίκιο Ευρ. Κεφ. Ι. Προδρόμου - 24 ΦΕΒΡΟΥΑΡΙΟΥ

Παρασκευή, 22 Φεβρουαρίου 2013

Παιδικό Τριώδιο

Τριώδιο
Έθιμα Αποκριών

"ο άνθρωπος έχει πολλά προσωπεία, αλλά ένα πρόσωπο"
Νίκος Καζαντζάκης

Τι είναι το Τριώδιο;

Τριώδιο είναι το βιβλίο της Εκκλησιαστικής Ακολουθίας των ύμνων που ψάλλονται από την Κυριακή του Τελώνου και Φαρισαίου, μέχρι και του Μ. Σαββάτου.
Με την εμφάνιση και τον βαθμιαίο καταρτισμό του σαρανταήμερου της νηστείας προ του Πάσχα, ακολούθησε και η ανάγκη της δημιουργίας σχετικής ασματικής ποίησης και της συλλογής της σε ένα βιβλίο.
Έτσι δημιουργήθηκε το εκκλησιαστικό βιβλίο Τριώδιο,
το οποίο αρχικά περιείχε τρεις ωδές.
Περιλαμβάνει ιερά ποιήματα από τον 5ο ως τον 15ο αιώνα.
Το πρώτο έντυπο του Τριωδίου εξεδόθη στην ελληνική γλώσσα το 1522 μ.Χ.


Αποκριά: ετυμολογία, διάρκεια, προέλευση

Αποκριά ετυμολογικά σημαίνει μακριά από το κρέας (εκκλησιαστικά).

Είναι η περίοδος προετοιμασίας του ανθρώπου, ψυχικής και σωματικής,
για να βιώσει το Θείο Πάθος και την ανάσταση του Σωτήρα Χριστού.

H αποκριά διαρκεί τρεις εβδομάδες και ξεκινάει 60 μέρες πριν το Πάσχα.
Ονομάζεται Τριώδιο. Η λέξη προέρχεται από το «τρεις ωδές» που σημαίνει
οι τρεις ύμνοι που συνηθίζουμε να λέγε στην εκκλησία.

Ξεκινά την πρώτη Κυριακή, που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του
«Τελώνη και Φαρισαίου».

Τη δεύτερη Κυριακή, που αναφέρεται στο Ευαγγέλιο του «Ασώτου Υιού».
Η τρίτη είναι της «Απόκρεω».

Η τελευταία Κυριακή της αποκριάς είναι η «Τυρινή» (τυροφάγου).

Το τέλος της αποκριάς είναι την αυγή της επόμενης μέρας:
η πρώτη μέρα της Σαρακοστής, που ονομάζεται Καθαρά ∆ευτέρα.

Η λέξη αποκριά γενικά δηλώνει ολόκληρο το χρονικό διάστημα των τριών εβδομάδων του Τριωδίου, πριν αρχίσει η περίοδος νηστείας που οδηγεί στη Μεγάλη Εβδομάδα και το Πάσχα.
Όταν λέμε "ανοίγει το τριώδιο", εννοούμε ότι αρχίζουν οι αποκριές.

Η πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου λέγεται και Προφωνή ή Προφωνέσιμη, επειδή παλιά προφωνούσαν, δηλαδή διαλαλούσαν ότι άρχιζαν οι αποκριές. Η εβδομάδα αυτή λέγεται και αμόλυτη ή απόλυτη, επειδή τότε οι ψυχές των πεθαμένων βγαίνουν στον Πάνω Κόσμο.
Η πρώτη εβδομάδα τελειώνει την Κυριακή του Ασώτου.

Η δεύτερη εβδομάδα λέγεται Κρεατινή ή της Κρεοφάγου ή Ολόκριγια, επειδή έτρωγαν κρέας και δεν νηστεύουν Τετάρτη και Παρασκευή.
 Η εβδομάδα αυτή γιορτάζεται με γλέντια και φαγοπότια χωρίς κανένα θρησκευτικό περιορισμό. Η Κυριακή της εβδομάδας αυτής, η Κυριακή της Απόκρεω, ονομάστηκε έτσι γιατί ήταν η τελευταία μέρα της κρεοφαγίας (από + κρέας) όλης της περιόδου του Τριωδίου.

Η τρίτη εβδομάδα λέγεται Τυρινή ή της Τυροφάγου, επειδή έτρωγαν γαλακτοκομικά προϊόντα. Από τη Δευτέρα, μια εβδομάδα πριν την Καθαρή Δευτέρα, άρχιζε η αποχή από το κρέας και επιβαλλόταν η χρήση τυριού και γαλακτερών σαν ενδιάμεση άσκηση μεταξύ κρεοφαγίας και νηστείας.

Από την Καθαρή Δευτέρα, αμέσως μετά την Κυριακή της Τυρινής, όλοι οι κανονισμοί της νηστείας επανέρχονται σε ισχύ. Ωστόσο η ελεύθερη χρήση του κρασιού μετατρέπει αυτή τη Δευτέρα σε αποκορύφωμα της αποκριάς.

Από την προτελευταία Κυριακή, την Κυριακή της Απόκρεω, πήρε την ονομασία της ολόκληρη η περίοδος των τριών εβδομάδων (από Τελώνου και Φαρισαίου μέχρι Τυροφάγου) πριν από την Καθαρή Δευτέρα, πρώτη μέρα της Σαρακοστής.
Όλη αυτή η περίοδος ονομάζεται λαϊκά και χωρίς μεγάλη συνέπεια "αποκριά" ή "αποκριές" ή "απόκριες", δηλαδή μέρες αποχής από το κρέας, σε αντίθεση με τη "Σαρακοστή", δηλαδή τις σαράντα μέρες νηστείας.


Αποκριά (λαογραφικά)

Η περίοδος αυτή συνδυάζεται με το έθιμο του «Καρνάβαλου» που είναι η θεότητα της Αποκριάς. Είναι έθιμο του γλεντιού, της ψυχαγωγίας, του «μασκαρέματος».


Προέλευση αποκριάς

Η ελληνική αποκριά έχει τις ρίζες της στην αρχαία Ελλάδα.
Συνδέεται µε την λατρεία του Διονύσου, θεού του κρασιού και των εορτασμών.

Ετυμολογία της λέξης: καρναβάλι
Η λέξη καρναβάλι ετυμολογικά προήλθε από τις λατινικές λέξεις:
κάρνε (κρέας) και λεβάρε (αίρω, σηκώνω):
carnem levare που σημαίνει διακοπή της βρώσης κρέατος.Στα ελληνικά η λέξη αποκριά σημαίνει  αποχή από το κρέας, παύση της κρεοφαγίας.

Η ετυμολογία από το carrus navalis= αμαξίδιο ναυτικό, καρότσι ναυτικό, λόγω του ιερού πλοίου του Διόνυσου, θεωρείται αβάσιμη από τους Έλληνες λαογράφους.

Εκδοχές για την προέλευση του Καρναβαλιού:

Προέρχεται από τις παγανιστικές τελετουργίες των αρχαίων Ελλήνων και τις γιορτές προς τιμή του ∆ιονύσου, θεού του κρασιού και της ευθυμίας.
Από τα Σατουρνάλια ή τα Λουπερκάλια των Ρωμαίων.
Από την μεταφορά των Καλανδώντων Ρωμαίων από την αρχή του έτους στην αρχή της Άνοιξης.
Από τη συγχώνευση εθίμων που υφίστανται από την αρχαιότητα και έχουν σχέση με την αναγέννηση της φύσης.
Γιορτάζονταν και βιώνονταν δυναμικά από το λαό μας. Οι άνθρωποι μεταμφιέζονταν σε σατύρους ή φορούσαν μάσκες και ξεχύνονταν στους δρόμους και στις γειτονιές με τολμηρές φράσεις και πράξεις.
Η παράδοση του καρναβαλιού εξαπλώθηκε και σε άλλα μέρη του κόσμου μέσω της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και την ανακάλυψη του Νέου Κόσμου.

Οι παγανιστικές πρακτικές ήταν τόσο βαθιά ριζωμένες που δεν καταργήθηκαν τελείως . Όταν εμφανίστηκε ο χριστιανισμός, αν και οι άνθρωποι σταμάτησαν να λατρεύουν τους θεούς του Ολύμπου, οι συνήθειες των Ελλήνων να μεταμφιέζονται και να γιορτάζουν στους δρόμους παρέμειναν.

Σε όλες σχεδόν τις περιοχές της πατρίδας μας γιορτάζονταν οι Αποκριές με τον ίδιο τρόπο, με μικρές διαφορές ή παραλλαγές από περιοχή σε περιοχή.





Το Γαϊτανάκι
Έθιμα Αποκριών

Παραδοσιακό παιχνίδι

Το Γαϊτανάκι - γαϊτάνι (έθιμο αποκριάς)


Από τα λίγα έθιμα που διατηρούνται αυτούσια ως τις μέρες μας, το γαϊτανάκι είναι ένας χορός που δένει απόλυτα με το χρώμα και το κέφι της αποκριάς.
Το γαϊτανάκι πέρασε στην Ελλάδα από πρόσφυγες του Πόντου και της Μικράς Ασίας και έδεσε απόλυτα με τα άλλα τοπικά έθιμα, αφού η δεξιοτεχνία των χορευτών αλλά και ο ιδιαίτερος χαρακτήρας του δεν αφήνουν κανέναν αδιάφορο!
Δεκατρία άτομα χρειάζονται για να στήσουν το χορό. Ο ένας κρατά ένα μεγάλο στύλο στο κέντρο, από την κορυφή του οποίου ξεκινούν 12 μακριές κορδέλες, καθεμιά με διαφορετικό χρώμα.
Οι κορδέλες αυτές λέγονται γαϊτάνια και δίνουν το όνομά τους στο έθιμο.
Γύρω από το στύλο, 12 χορευτές κρατούν από ένα γαϊτάνι και χορεύουν μαζί, σε 6 ζευγάρια, τραγουδώντας το παραδοσιακό τραγούδι.
Καθώς κινούνται γύρω από το στύλο, κάθε χορευτής εναλλάσσεται με το ταίρι του κι έτσι όπως γυρνούν πλέκουν τις κορδέλες γύρω από το στύλο δημιουργώντας χρωματιστούς συνδυασμούς.
Ο ένας χορευτής περνάει τη μια φορά μέσα και την άλλη από έξω από τον άλλον και έτσι οι κορδέλες πλέκονται πολύχρωμες πάνω στο κοντάρι δημιουργώντας διάφορα χρωματιστά σχέδια.
Όταν πια οι κορδέλες τυλιχτούν γύρω από το στύλο και οι χορευτές χορεύουν όλο και πιο κοντά σε αυτόν, τότε ο χορός τελειώνει και το στολισμένο γαϊτανάκι μένει να θυμίζει το αποκριάτικο πνεύμα.
Πιθανόν ο κυκλικός αυτός χορός να υποδηλώνει τον κύκλο της ζωής, από την χαρά στην λύπη, από τον χειμώνα στην άνοιξη, από την ζωή στον θάνατο και το αντίθετο.

Παραλλαγές
Αυτό το έθιμο αναφέρεται και σε περιοχές όπως η Θεσσαλία (Καλλιπεύκη κ.α.), όπου την ομάδα πλαισίωναν και διάφορα άλλα εθιμικά πρόσωπα όπως ο Γκαραγκιόζης, το Γκαραγκιοζόπουλο, οι Κλέφτες κ.ά. με ανάλογη μεταμφίεση.

Το Γαϊτανάκι όμως απαντά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, όπως στην περιοχή της Ρόδου όπου χορεύεται με πιο απλουστευμένη χορευτική μορφή (Κριτινιά) ή ως σκωπτικός χορός, χωρίς τις χορευτικές περιπλοκές του θεσσαλικού δρωμένου.






Καθαρά Δευτέρα
Έθιμα Αποκριών

Λαγάνα, Κούλουμα και Χαρταετοί

Καθαρά Δευτέρα (Έθιμα Αποκριάς)

Η Καθαρά Δευτέρα είναι το τέλος των Απόκρεω και η πρώτη μέρα της Σαρακοστής.
Η λέξη Καθαρή εκκλησιαστικά σημαίνει το ξεκίνημα της κάθαρσης των Χριστιανών που αρχίζει με νηστεία.
Από την Καθαρά Δευτέρα ξεκινάει η νηστεία της Μεγάλης Τεσσαρακοστής.
Απαραίτητα στοιχεία της αποκριάς θεωρούνται τα κούλουμα και ο χαρταετός.
Ο εορτασμός του καρναβαλιού κλείνει με τα κούλουμα και το πέταγμα του χαρταετού.
Με τον όρο κούλουμα, εννοούμε τη μαζική έξοδο του κόσμου στην ύπαιθρο και τον εορτασμό της Καθαράς Δευτέρας έξω στην φύση.

Τα κούλουμα είναι γνωστά και σαν κούλουμπα, κούμουλες, κουμουλάθες ή κούμουλα.
Είναι ένα παραδοσιακό λαϊκό πανηγύρι
Σύμφωνα με τον πατέρα της ελληνικής λαογραφίας Νικόλαο Πολίτη η προέλευση της λέξης είναι λατινική, από το cumulus που εκτός από την σημασία του σωρού,
σημαίνει και την αφθονία, το περίσσευμα, το πέρας, αλλά και τον επίλογο.

Η γιορτή της Καθαράς Δευτέρας θεωρείται ο επίλογος των βακχικών εορτών της αποκριάς, οι οποίες ουσιαστικά αρχίζουν την Τσικνοπέμπτη και τελειώνουν την Καθαρά Δευτέρα.

Σε ορισμένες περιοχές της Ελλάδος την Καθαρά Δευτέρα καθαρίζουν ό,τι απόμεινε από τα μη νηστίσιμα φαγητά της αποκριάς, διότι και τέτοιου είδους λιχουδιές γεύονται μερικοί, αντί για λαγάνες, χαλβά, ελιές και πίκλες που προτιμούν οι πιο πολλοί, σαν αποτοξίνωση από τα πλούσια φαγοπότια της αποκριάς.

Σε άλλα μέρη της Ελλάδας, όπως π.χ. στην Ήπειρο, οι νοικοκυρές καθαρίζουν τις κατσαρόλες και όλα τα χάλκινα σκεύη από τα λίπη της αποκριάς με ζεστό σταχτόνερο μέχρι ν' αστράψουν και βάφουν άσπρα τα πεζοδρόμια.
Αντίθετα άλλοι βάφουν μαύρα τα πρόσωπά τους με καπνιά ή μπογιά παπουτσιών,
καθώς χορεύουν και μεθούν όλη την ημέρα σε υπαίθριες συγκεντρώσεις.

Απαραίτητο συμπλήρωμα της Καθαράς Δευτέρας αποτελεί το πέταγμα του χαρταετού, του αστεριού στα ψηλώματα. Τους χαρταετούς τους κατασκεύαζαν παλιά μόνοι τους με καλάμια και χαρτί. Ήθελαν μαστοριά στο ζύγισμα. Αν δεν τα κατάφερνες να τα ζυγιάσεις χαρταετό ψηλά δεν έβλεπες.
Με το χαρταετό πέταγαν μακριά κάθε έγνοια του χειμώνα, με τον ερχομό της άνοιξης.

Καθαρά Δευτέρα στην Ηλεία (έθιμα)

Η Καθαρά Δευτέρα γιορτάζεται στην εξοχή με νηστίσιμα,
που δεν κόβουν λίξα και κρασί, γι' αυτό και γυρίζουν μεθυσμένοι
(όπως λέγαν στο Χάβαρι).
Τα κοινά έθιμα είναι το άζυμο ψωμί δηλαδή η λαγάνα και τα λογιών νηστίσιμα φαγώσιμα (μαρουλάκια, κρεμύδια και σκόρδα, ταραμάς, ελιές, φασολάδες λευκές, βοβριά κ.α.).
Στον τόπο μας τα βρασμένα κουκιά ήταν σήμα κατατεθέν της ημέρας.
Οι νοικοκυρές ζύμωναν ψωμί λιζό, την μπουγάτσα.
Πάμε να χαλάσουμε τα Κούλουμα, λέγαν οι Καρδαμαίοι.
Η προετοιμασία εκεί αρχίζει από τους μπακάληδες που πουλούν βρασμένα κουκιά με ρίγανη και όλα τα νηστίσιμα. Τόση ήταν η κίνηση στον καρδαμά τότε, που οι έμποροι και οι καταστηματάρχες ζήτησαν να καθιερωθεί η ημέρα αυτή ως αργία και ημέρα πανηγυριού. Ο Πρόεδρος συγκαλεί Κοινοτικό Συμβούλιο.
Στις 28-2-1954 καθορίζεται η αργία και το πανηγύρι, με όλα τα σχετικά καταστήματα να εξυπηρετούν τους πανηγυριστές και δημιουργεί αγροτική παρέλαση, με ανθοστολισμένα "άρματα" και μεταμφιεσμένους.
Οι Αγραπιδοχωρήτες που εγκαταστάθηκαν στην Ηλεία φτιάχναν και τα αλμυροκούλουρα. Οι κοπέλες αν με το μακαρόνι της Τυρινής δεν έβλεπαν στον ύπνο τους ποιον θα πάρουν για άνδρα, τότε την Καθαρά Δευτέρα έτρωγαν αλμυροκούλουρα, και δεν έπιναν καθόλου νερό για να πάει ο μέλλον σύζυγός τους στο όνειρό τους, να τους δώσει νερό να ξεδιψάσουν.
Έλεγαν:
"Τρώνε την αλμυροκουλούρα για να δούνε ποιον θα πάρουνε"
Το έθιμο αυτό υπάρχει σε πολλές περιοχές.

Αλλού την παραμονή της Καθαράς Δευτέρας οι γυναίκες έβγαζαν βορβούς.
Πρόσεχαν ο πρώτος να είναι ο μεγαλύτερος. Τον τοποθετούσαν με τα φύλλα του το πρωί της Καθαράς Δευτέρας. στην πόρτα του σπιτιού.
Το βράδυ τον έβγαζαν στη μαλάθα του ψωμιού μέχρι το Πάσχα,
για να είναι φτούρια το ψωμί του σπιτιού.
Την ημέρα αυτή ήταν συνήθεια να μαζεύονται οι περισσότεροι σε συγκεκριμένους τόπους, για να γιορτάζουν τα "Κούλουμα".
Οι Σαβαλαίοι πήγαιναν σε τόπο γεμάτο από Σπέντζες, στην Σπετζολουλουδιά.
Οι Αμαλιαδαίοι διάλεγαν την Φραγκαβίλα.
Στην περιοχή μας λάμβαναν χώρα και κάποια δρώμενα.
Το κάψιμο του Καρνάβαλου, ο γάμος και η κηδεία, οι γαϊδουροδρομίες και άλλα παιχνίδια, που τα συνόδευαν μουντζουρώματα και αλευρώματα κ.α.

Με την Καθαρο-Δευτέρα ξεκινούσε η Μεγάλη Σαρακοστή. οι πρώτες τρεις μέρες επέβαλαν αυστηρή νηστεία. Όχι μόνο δεν έτρωγαν λάδι οι νηστικοί, μόνο νερό έπιναν.
Το βράδυ λίγες σταφίδες να ξεγελάσουν την σφοδρή πείνα τους.
Έτσι θεωρούσαν τον εαυτό τους άξιο της θείας Κοινωνίας με την λειτουργία των Προηγιασμένων Τιμίων Δώρων, την Τετάρτη που ακολουθούσε.
Άξιοι για την θεία Κοινωνία, αλλά και το αντάλλαγμα της σοβαρό.
Κι αυτό φόβιζε προπάντων τις γριές.
Έτσι δεν μπορούσαν να ευχαριστηθούν την Τυρινή (Τουρνή) με τα καλούδια της.
Η κατάσταση αυτή γέννησε την παροιμία:
Όσο συλλογάται η γριά το Τρίμερο, μαύρη Τουρνή (Τυρινή) την πάει.





Κυριακή της Τυρινής
Έθιμα Αποκριών

Η τρανή Αποκριά

Η τρανή αποκριά

Η καθαυτή αποκριά με τα πολλά έθιμα είναι η τελευταία Κυριακή της Τυροφάγου, που λέγεται αλλιώς τρανή αποκριά, διότι τότε φθάνουν στο αποκορύφωμά τους τα φαγοπότια και τα γλέντια.
Ο Γ. Α. Μέγας αναφέρει:
όταν φθάσει η Κυριακή αυτή, εκτείνονται στο έπακρο η ευθυμία, οι αθυροστομίες των μεταμφιεσμένων, οι άσεμνες εμφανίσεις και οι χοροί. Η ημέρα όλη περνά με την κίνηση των μασκαράδων, με τις επισκέψεις και προπάντων με τα πλούσια φαγοπότια, με κύριο γνώρισμα τα γαλακτώδη εδέσματα. Τον γενικό θόρυβο επιτείνουν οι εκπυρσοκροτήσεις των κροτίδων και των ρουκετών. Δεν νοείται καλοπέραση και αποκριά χωρίς τα φαγοπότια:
Είναι και αυτά ομοιοπαθητικές προσπάθειες για την ευφορία της γης, όπως αναφέρει ο λαογράφος Λουκάτος.

Τυρινή Εβδομάδα στην Αρκαδία

Μετά την Κρεατινή εβδομάδα, εβδομάδα της απολυτής ακολουθεί η Τυρινή Εβδομάδα, με έμφαση γιορτασμού την Τυρινή Κυριακή.
Την εβδομάδα αυτή εξαφανιζόταν από το σπίτι όλα τα κρεατικά.
Το Παστό ήταν στις λαγήνες του, και κανείς δεν αρτευόταν.
Οι τσομπάδηδες μοίραζαν γάλα στους χωριανούς τους για να φτιάξουν τις γαλόπιτες τις ξιπόλυτες, τις μακαρονόπιτες και τυρόπιτες να πήξουνε τις γιαούρτες.
Οι νοικοκυρές ετοίμασαν τα γαλακτερά φαγητά και γλυκίσματα αυτά για να κεράσουν τις μπούλες και τους φίλους . Τα ψάρια επιτρέπονταν στο σιτηρέσιό τους.

Το Σάββατο της Τυρινής οι γυναίκες φτιάχναν τα ψυχούδια. Μικρά στρογγυλά ψωμάκια με τη σφραγίδα στη μέση , σαν πρόσφορο . Την ημέρα αυτή μαζεύονται και τα παιδιά στα νεκροταφείο. Κάθονται καταγής. Παίρνουν από ένα ψυχούδι και λένε:
"Είδαμε δεν είδαμε. Θεός συγχωρήσει τα, τους περσινούς,
τους φετεινούς και τους απολησμονημένους".
"Νουνό προς νουνό, θεός συγχωρέσει"
"Κυράκα μας προς κυράκα μας θεός συγχωρέσει"

Οι γυναίκες μαζί με τα ψυχούδια, έχουν ένα σίδερο του σιδερώματος με αναμμένα κάρβουνα, για να ρίξουν μαζί με λιβάνι, επάνω στο μνήμα. Στις ψυχές προτού φύγουν θα αφήσουν μια μπουκιά ψυχούδι μουσκεμένο στο κρασί.
Έμφαση σε όλα δίνοταν την Κυριακή της Τυρινής.
Το πρωί ήταν ο καθιερωμένος εκκλησιασμό.
Το μεσημέρι το τραπέζι περιλάμβανε, πρώτα το τυροζούμι (αραιή άρμη για τους Χαβαραίους), βακαλάο, πλακί ή ψητό στη μπουγάνα με σκορδαλιά.
Ο βακαλάος τότε ήταν το φαί των φτωχών.
Συνοδευόταν από γαλόπιτα την ξιπόλυτη, γιατί δεν είχε φύλλο.
Το βράδυ ετοίμαζαν μακαρόνια με μπόλικη μυζήθρα και με χοιρινό λίπος που συνοδευόταν από τηγανητό βακαλάο και κρασί.

Το πρώτο μακαρόνι τα κορίτσια το έβαζαν  χωρίς να το δει κανείς,
κάτω από το μαξιλάρι τους για να δουν ποιόν θα παντρευτούν.

Έτρωγαν και τη γαλόπιτα ανάμεσα σε όλα, με ευχές "Καλή Σαρακοστή" και "ανάπαυση στις ψυχές των πεθαμένων".
Το γλέντι τέλειωνε με το ψήσιμο των αυγών στη θράκα ή μάλλον στη χόβολη , ένα για τον καθένα του σπιτιού , αλλά και για κάθε ζωντανό. Μερικά ίδρωναν και άλλα έσπαγαν. Σε κάθε τόπο ερμήνευαν το γεγονός διαφορετικά.
Το ιδρωμένο ήταν του Τεμπέλη και αυτού που έσκαγε ήταν "οι οχτροί του που σκάσανε από το κακό τους". Όσο πιο πολύ θόρυβο έκανε και διαλυόταν τόσο πιο τυχερός ήταν.
Το ιδρωμένο είναι του δυνατού ενώ το σκασμένο είναι του τεμπέλη.
Αυτού που έσκασε το αυγό λέγαν ότι θα παντρευτεί σε μέρη μακρινά.
Οι κοπέλες έψηναν το αυγό τους και έβγαιναν έξω κοιτώντας τον ουρανό σε ένα συγκεκριμένο σημείο. Αν το αστέρι τους μετακινιόταν τότε θα ξενιτευόταν, αν όχι θα έμεναν για να παντρευτούν εδώ, στον τόπο τους.
Τα τσόφλια τα πετούσαν στην φωτιά. Καθώς έσκαγαν έλεγαν:
έτσι να σκάσουν και οι εχθροί μας.

Κρέμαγαν το δεμένο αυγό από το νταβάνι, ο πατέρας το κουνούσε στα ανοιχτά στόματα των παιδιών για να το πιάσουνε. Ήταν ο τυχερός αυτός που το έπιανε.
Κάπου από το αυγό της Κυριακής της Τυρινής τρώγαν μόνο το μισό.
Το άλλα το πετούσαν για να το ολοκληρώσουν την Ανάσταση τρώγοντας το άλλο μισό.
Δείγμα του κύκλου της Σαρακοστής.

Με τα αυγά τελείωναν οι Αποκριές και με αυγά άρχιζε το Πάσχα.
Εκείνο το βράδυ διώχναν και τους ψύλλους από το σπίτι τους.
Έβγαιναν έξω φωνάζοντας τους γείτονες.
Αν ο γείτονας ξεχνούσε το έθιμο κι έβγαινε έξω του έλεγαν:
"Εμείς τους ξεχειμωνιάσαμε, εσείς να τους ξεκαλοκαιριάσετε".

Το κοινό τραπέζι μεταξύ όλων των συγγενών και φίλων γινόταν το βράδυ της τελευταίας Αποκριάς. Πρώτος ο παππούς καμάρωνε τη γενιά του, έκανε το σταυρό του, ευχόταν "Καλή Σαρακοστή" και "του χρόνου" μαζί με ορμήνιες:
 Ομόνια και γεροσύνη, γεροσύνη να' χουμε εμείς και τα ζa μας.
Επιβεβαιωνόταν το δέσιμο μέσα και από την διαδικασία του "συχώριου".
Τα αποφάγια του σπιτιού πήγαιναν στα τρία σημεία του χωραφιού ή τα θα τα έδεναν οι γυναίκες σε τρεις κόμπους, μέσα στα πατσαβούρια, ενώ έλεγαν
 "Δένω την αλπού, τα φίδια, τις νυφίτσες, όλα τα σούρμενα και τα πετούμενα".
Θα τα τοποθετούσε στη ρίζα των βάτων ένα αρσενικό παιδί.

Έθιμα διατροφής την Κυριακή της Τυρινής

Η Κυριακή της Απόκρεω είναι η τελευταία μέρα που τρώνε κόκκινο κρέας.
Η εβδομάδα μεταξύ της Κυριακής της Απόκρεω και της Κυριακής της Τυρινής είναι οι μέρες που τρώνε ψάρι, τυρί, γάλα και αυγά.
Ακόμη και κάποια παραδοσιακά σατυρικά τραγούδια μεταφέρουν το θέμα του αποχαιρετισμού του τυριού (Τύρος) και του καλωσορίσματος
του κρεμμυδιού και του πράσου.

Στην Αρκαδία υπάρχει η παράδοση να τρώγεται το τυροζούμι, υδαρές βραστό με άγρια χόρτα σερβιρισμένο με κομμάτια τυριού μυζήθρα. Σερβίρεται σαν  πρώτο πιάτο, ενώ όλοι όσοι κάθονται στο τραπέζι το τρώνε αφού πρώτα σηκώσουν το τραπέζι με τα χέρια τρεις φορές. Το κυρίως πιάτο είναι μακαρόνια πασπαλισμένα με πολύ τυρί. Κατά τη διάρκεια του απογεύματος, τα ανύπαντρα νεαρά άτομα θα κλέψουν ένα κομμάτι μακαρόνι και θα το βάλουν κάτω από το μαξιλάρι τους για να ονειρευτούν ποιον θα παντρευτούν.

Οι κοινότητες των Βλάχων των ορεινών περιοχών της κεντρικής Ελλάδας φτιάχνουν παραδοσιακές γαλατόπιτες, τυρόπιτες ή πίτες με τραχανά.

Στο νησί της Καρπάθου κατά την παράδοση όλοι καλούνται στο σπίτι του δημάρχου, όπου υπάρχει ένας μεγάλος μπουφές με ψάρι, γαλακτοκομικά προϊόντα, γλυκά φτιαγμένα µε μυζήθρα, πουτίγκα ρυζιού και ποτό, που ονομάζεται σιτάκα καρυκευμένο με βούτυρο και μέλι.

Στη Μήλο και την Κέα τα υπολείμματα του φαγητού από τη γιορτή της Τυροφάγου μένουν στο τραπέζι μέχρι το επόμενο πρωί, για την περίπτωση που το φάντασμα του σπιτιού πεινάσει την νύχτα.
Έθιμο της Τυροφάγου είναι το βραδινό γεύμα να τελειώνει με αυγά, βρασμένα ή ψημένα στο τζάκι.
Σε κάποιες περιοχές της Ελλάδας, τα μέλη της οικογένειας βάζουν τα αυγά τους κοντά στην θράκα του τζακιού για να ψηθούν και περιμένουν να δουν ποιανού το αυγό θα «ιδρώσει» πρώτο (σημάδι ότι αυτός ή αυτή θα έχουν καλή χρονιά).
Ο συμβολισμός αυτής της παράδοσης είναι ότι σφραγίζεται το στόμα με αυγό και ανοίγει το στόμα με αυγό το Πάσχα.

Άλλο παλιό έθιμο στην Καστοριά είναι το χασκαρις: ένα αυγό δένεται στο άκρο μίας κλωστής και περνάει γρήγορα από στόμα σε στόμα. Το άτομο που καταφέρνει να το πιάσει είναι ο νικητής.



Δρώμενα Αποκριών
Έθιμα Αποκριών




Παιχνίδια και μεταμφιέσεις

Παιχνίδια στη διάρκεια της Αποκριάς (παραδόσεις Αποκριών)

Κατά τη διάρκεια των απόκρεω οργανωνόταν και διάφορα παιγνίδια με νικητές και νικημένους, μεταμφιεσμένους και μη.
Ο Βαλμάς, παιζόταν στα χωριά της Πηνείας, από δυο ομάδες δεμένους σε σχοινί. Τραβούσε η κάθε ομάδα το σχοινί. Νικήτρια ήταν η ομάδα που έσυρε στο δικό της μέρος την αντίπαλη ομάδα. Το ξεχωριστό στο παιχνίδι ήταν ότι πριν και μετά το παιχνίδι έκαναν αστείο διάλογο, σαν θεατρικό.
Η ρίψη του λίθου ήταν αγώνισμα. Σ'αυτό προσπαθούσαν να χτυπήσουν το στόχο τους ρίχνοντας τις πέτρες, οι σομάδες.
Οι Καλόγεροι ή Κούκερος ή Χούχουτος ή Σταχτάς ή Μπέης ή Κιόρμπεκς.
Πρόκειται, όπως γράφει ο λαογράφος Γ. Α. Μέγας, για μια τελετή που την συναντούμε στην Ανατολική και στην Βόρεια Θράκη, όχι βέβαια με την ίδια, όπως στην Βιζύη, θεατρική ανάπτυξη, αλλά με μιμικές πράξεις.
Ο Κούκερος ή ο Μπέης ή ο βασιλιάς εκλεγμένος από τους προύχοντες, γυρίζει σ' όλο το χωριό με συνοδεία μεταμφιεσμένων, ντυμένος με δέρματα ζώων, με κουδούνια κρεμασμένα στο σώμα του και με το ραβδί στο χέρι. Σ' ορισμένες περιοχές τον μεταφέρουν πάνω σε δίτροχη άμαξα που την κινούν νέοι, με τα πειράγματα, αυτός και η ακολουθία του, θυμίζουν τον θίασο «των κωμαστών» και τα «εξ αμάξης», των αρχαίων Αθηναίων στα κατ' αγρούς Διονύσια, τους χόες και τα Λήναια, ενώ οι ονομασίες Μπέης ή Κιόρμπεης, προύχοντες δείχνουν την επίδραση της τουρκοκρατίας στο λαϊκό αυτό έθιμο. Όσοι από τους μεταμφιεσμένους φορούν μάσκες λέγονται μασκαράδες.
Στην Αμαλιάδα, την παλιά, πέρα απ'τις φωτιές ξεκινούσαν για τον πατροπαράδοτο πετροπόλεμο στην Σοχιά, πιο πολύ κατά το μέρος του Γηπέδου.
Γαϊδουροδρομίες οργανώνονταν από ομάδες για να βγάλουν τον νικητή γάϊδαρο, μέσα στην οχλαγωγή και τα πειράγματα και τις αστείες διονυσιακού τύπου μεταμφιέσεις.
Τα αλευρώματα (που έχουν την προέλευσή τους στο Γαλαξίδι) και τα γιαουρτώματα (εβδομάδα της Τυρινής), τα μουντζουρώματα της Καθαράς Δευτέρας ήταν μερικές άλλες συνήθειες που διασκέδαζαν και προξενούσαν πολύ γέλιο.

Οι φωτιές, που ανάβονταν στα τρίστρατα σταυροδρόμια το βράδυ της παραμονής της 1ης Μαρτίου στην Θράκη ή το βράδυ της τελευταίας αποκριάς στην Ήπειρο και στην Δυτική Μακεδονία. Έχουν καθαρτήριο και μεταβατικό χαρακτήρα, από τον χειμώνα στην άνοιξη. Πηδούσαν  πάνω απ' αυτές, νέοι και γέροι, «για το καλό», αλλά και για να καούν οι ψύλλοι και κάθε κακό απομεινάρι του χειμώνα.
Πιθανόν και η ονομασία Τριώδιο (τρεις οδοί-δρόμοι) να προήλθε ετυμολογικά απ' αυτές τις φωτιές στα τρίστρατα σταυροδρόμια. Ειδωλολατρική η ονομασία αυτή και μαγική η προέλευσή της.
Φωτιές ανάβονταν και στις πλατείες των χωριών ή και των πόλεων, το βράδυ
«της τρανής αποκριάς» για να κάψουν τον καρνάβαλο.

Λαϊκά Δρώμενα τις Απόκριες

Κατά τη διάρκεια των Απόκρεω «ελάμβαναν χώραν» και διάφορα λαϊκά δρώμενα.
Από τη αρχή του Τριωδίου ξεκίναγε από του Καλίτσα το Παραδοσιακό γαϊδουράκι, μεταμφιεσμένος άνθρωπος, με τους Γενιτσάρους δεξιά και αριστερά για να διαλαλήσει την αρχή του Τριωδίου.
Σε πολλά χωριά πέρναγε ο Καρνάβαλος από τους δρόμους του χωριού, με τη συνοδεία του με μουσικές και πειράγματα.
Ένα από τα βασικά θέματα τις Αποκριάς ήταν η Αναπαράσταση του Γάμου. Γίνονταν εικονικοί γάμοι ανάμεσα στα χωριά και οι γαμήλιες πομπές ξεκινούσαν από το ένα για να πάνε στο άλλο. Ο γαμπρός με το άλογο, κι από κοντά ο κουμπάρος και γύρω οι συμπέθεροι. Συναντιόταν με την πομπή της νύφης και γινόταν τρικούβερτο γλέντι...μ εόλα τα συνακόλουθα.... Ο επικεφαλής της πομπής, ο σταχτιάρης κράταγε σακκούλι με στάχτη, για να ρίχνει σ' αυτούς που ήθελαν να παρεμποδίσουν την πομπή, να παρεμποδίσουν το γάμο.
Έτσι παρέμεινε η παροιμιακή φράση «Μας έριξε στάχτη στα μάτια».
Επίσης δεν έλλειπαν και οι εικονικές δίκες με βάσει τα προικοσύμφωνα ή το σεντόνι της πρώτης νύχτας του γάμου, όπου ο πατέρας της νύφης δεν εκτέλεσε τις υποχρεώσεις του, το δικαστήριο αποφάσιζε να του την επιστρέψει πίσω. Διακωμωδούσαν υποθέσεις, που τους βασάνιζαν στην καθημερινότητά τους, έπεφτε πολύ γέλιο.
Το γαϊτανάκι, ήταν γνωστό και στην περιοχή μας. Ένα ψηλό ξύλο, με δεμένες πολύχρωμες κορδέλες. Κάθε κορδέλα και χορευτής με την παραδοσιακή του στολή. Και ρυθμοί χορευτικοί να οδηγούν τα βήματα γύρω από τα γαϊτανάι. Λέγεται ότι το γαϊτανάκι έγινε γνωστό στην περιοχή μας από τους Αρκάδες (Σπάθαρι, και Βυζίκι που το χόρευαν με συνοδεία πίπιζας και ταμπούρλου) που εγκαταστάθηκαν στη Ηλεία.
Η τελευταία εβδομάδα των Αποκρεών είχε σχέσεις με την εμφάνιση του Διαβόλου. Μασκαράδες διάβολοι, κακομούτσουνοι με σχισμένα σκούρα ρούχα ή προβιές και γουρουνοδέρματα, ουρές και κέρατα, με δρεπάνια, τζουγκράνες κι άλλα εργαλεία διέσχιζαν τους δρόμους και καμωνόταν ότι παίρνουν τις ψυχές. Ίσως έχει σχέση με τα Ψυχο-Σάββατα, με τις μέρες των νεκρών τους.
Παραλλαγή του εθίμου αυτού είναι ο «Σκατουλιάρης» των χωριών του κάμπου.
Το σκατουλιάρη τον περίμεναν , προ πάντων τα απιδιά για να τρέξουν ξωπίσω του, να τον κυνηγήσου, με μεγάλη ανυπομονησία... Σκατουλιάρης ντυνόταν ένας νέος του χωριού με προβιές, κέρατα και ουρά, καθώς και μουντζουρωμένο πρόσωπο. Έτρεχε στο δρόμο και πείραζε όσους συναντούσε. Σε μερικούς καβαλούσε στο σβέρκο, όπως λέγεται ότι κάνει ο διάβολος.
Οι παροιμιακές φράσεις «τον έχει διχάλα», «ακόμα δεν το ξεκαβαλήκεψε» έχουν την αφετηρία τους σ'αυτήν την δοξασία. Τον «κακό άγγελο» με το σταυρό και το λιβανωτό, που έκαιγε πιπεριές κόκκινες, κρεμίδια και σκόρδα, στα χέρια θα διώξει ο «παπάς», άλλος μεταμφιεσμένος. Ο Σκατουλιάρης στην δύναμή του όπου φύγει - φύγει, με αστείες κινήσεις και κάποιο αγχώδικο σταμάτημα, για θυσία στο Βάκχο με κρασί σε πήλινο κανάτι.. Το έθιμο αυτό το συναντάμε σε πολλά χωριά της περιοχής μας με πολλές παραλλαγές. Πολλά από αυτά γίνονται και την Καθαρά Δευτέρα.
Κυρίως έθιμο των χωριών του Κάμπου είναι το Γκοτσαριό ή Τσετιά ή Γενίτσαροι, που έδινε και το χρώμα των Αποκριών, με αποκορύφωμα την Κυριακή της Τυρινής όπου οι τσετιές των χωριών κατάφταναν στα Λεχαινά «εν πομπή» για τον τελικό διαγωνισμό, σε ένα πραγματικό μεγαλειώδες λαϊκό Πανηγύρι. Η προετοιμασία της Γκοτσαριά ξεκινούσε ένα μήνα πριν τις Αποκριές.
Η τσετιά, στα παλιά καλά χρόνια, κατέφτανε και στην Αμαλιάδα γιατί:
«Είναι μεγάλο το μέρος και καταλαβαίνει κι όλας ο κόσμος» όπως έλεγαν.
Η αρχή της Γκοτσιαριάς ανάγεται στα Διονυσιακά μυστήρια και φτάνει στα χρόνια της Τουρκοκρατίας που συνδιαζόταν με την ανταλλαγή μηνυμάτων ανάμεσα στα χωριά δια μέσου των προεστών, για το ξεκίνημα της Επανάστασης του '21, που ήταν κρυμμένα σε πορτοκάλια - σύμβολα.
Παράταξη Τσετιάς: Στη μέση στεκόταν ο Γενιτσάρης ως αρχηγός με το «κηλούμι» (σκήπτρο) στα χέρια, κι ένα μαντήλι «καλαματιανό» δεμένο στην άκρη του. Δεξιά και αριστερά οι Πρωτόγκοτσοι (υπασπιστές) και πίσω τους οι Γκότσηδες με μασάκια ή χαρμιά στα χέρια (μουσικό θόρυβο). Φορούσαν φουστανέλες, σελάχι στη μέση, φέσι με κόκκινη φούντα, μεϊντανογέλεκο, τσαρούχια με κόκκινες φούντες. Μπλέκονταν ανάμεσά τους δυο Μπούλες (άντρες ντυμένοι με γυναικεία ρούχα) με πορτοκάλι στο χέρι και χόρευαν ασταμάτητα. Την παρέα συμπλήρωνε ο γέρος με τη γριά. Ο γέρος ντυμένος με κάπα, κουδούνα δεμένη στη μέση, και μπαρμπούτα (μάσκα). Κουβαλούσε το τράστο γεμάτο με στάχτη, για εκείνους που μπλέκονταν στο χορό και τον εμπόδιζαν ...δηλ. τα παιδιά ενώ στηριζόταν σε γκλίτσα. Η γριά ντυμένη με γκιούρντα, τσεμπέρα και τη ρόκα της με λίγα μαλλιά.
Δεξιά κι αριστερά οι ταμίες με το πανέρι τους.
Όργανα έπαιζαν οι γύφτοι. Ένα νταούλι και τρεις καραμούζες. Η τσετιά χόρευε το Τουμπουλίστικο. Σε γρήγορο ρυθμό «Με τα μάτια μου την είδα..», και σε αργό ρυθμό «Μαλάμω».
Ο χορός περιελάμβανε πηδήματα δεξιά κι αριστερά με στροφή στο τέλος του στίχου δεξιά, που γι' αυτήν έδινε το σύνθημα ο Γενίτσαρης.
Το ξεκίνημα της Τσετιάς γινόταν από την Πλατεία του χωριού. Χορεύοντας γύριζαν όλα τα σπίτια του χωριού. Αντάλλαζαν επισκέψεις με τα γύρω χωριά, ή διοργάνωναν συναντήσεις οι Γκοτσαριές, όπου γινόταν και η ανταλλαγή των πορτοκαλιών με τα μηνύματα. Αντιλαλούσε ο τόπος όλος από τις μουσικές και τους ρυθμούς γεμάτους με επιφωνήματα...λογιών λογιών. Και τον χόρευαν όλοι όπου κι αν βρίσκονταν, και τα παιδιά από κοντά μπολιάζονταν έτσι με την παράδοση. Η τελική συνάντηση των Τσεπιών του Κάμπου ήταν στα Λεχαινά την Τυρινή στο αποκορύφωμα της Αποκριάς.
Αλλά και την καθαρά Δευτέρα σε πολλές περιοχές εξακολουθούν να λειτουργούν τα δρώμενα που έχουν σχέση με την αναγέννηση της φύσης, τις γενετικές λειτουργίες της, αλλά και με τον καθαρμό της ψυχής και του σώματος.
Στα γύρω χωριά, και ιδιαίτερα στα χωριά του Κάμπου την ημέρα αυτή γινόταν η αναπαράσταση του γάμου στην Πλατεία του χωριού με παπά να διαβάζει τις ανομολόγητες ευχές, και στάχτη αντί για ρύζι να πέφτει στα μάτια όλων- κατάλοιπο των Βυζαντινών διαπομπεύσεων.
Εκεί στην πλατεία, «τη λάκκα», γινόταν το όργωμα και η σπορά από το υνί κάποιου νιου γεωργού με το σακάκι ανάποδα φορεμένο, προφανώς για να μη αναγνωρίζεται από τα κακά πνεύματα. Αντί για σπόρους έριχνε στάχτη στα χωράφια. Το αλέτρι το έσυραν δυο νέοι μεταμφιεσμένοι του χωριού. Οι ευχές που ακουγόταν ήταν Διονυσιακού χαρακτήρα.
Αλλά και ο θάνατος περιλαμβανόταν στα δρώμενα της Κ.Δ. με αναπαράσταση της κηδείας. Ο νεκρός τοποθετούνταν σε «κορίτο» και περιφερόταν στο χωριό. Όσοι τον συναντούσαν, διακωμωδώντας την κατάσταση ρωτούσαν την αιτία του θανάτου κι έπαιρναν πιπεράτες απαντήσεις από τους τεθλιμένους συγγενείς. Η γλώσσα δεν είχε φραγμούς τις ώρες εκείνες... Μόνο που οι κοπέλες σκύβαν το κεφάλι από ντροπή. Το «κορίτο» τοποθετούνταν στην πλατεία δίπλα στη φωτιά, γύρω μαινόταν ο χορός, «χορός της φωτιάς(;)»
Τελικά γινόταν και η Ανάσταση του νεκρού με όλα τα σχετικά επακόλουθα που ήταν πειράγματα, τραγούδι και οινοποσία για την ήττα του θανάτου...
Ο Γάμος, και ο Θάνατος συνυπάρχουν στα έθιμα της Αποκριάς. Οι ζωντανοί και οι πεθαμένοι μαζί, αφού και γι αυτούς ετοιμάζονται τα «σπερνά». Έθιμα που μα θυμίζουν και τις αρχαίες Ελληνικές παραδόσεις μας. Τότε που οι ψυχές τω αποθαμένων «απολύονται» απ' τον Άδη κάποιες μέρες της Άνοιξης για νάρθουν να συγκατοικήσουν με ους ζωντανούς. Έθιμα που μας λένε ότι τίποτα δεν χάνεται σ' αυτόν τον κόσμο και μέσα στον δικό του χρόνο.






Μεταμφιέσεις
Έθιμα Αποκριών




Μπούλες,Κουδουνάτοι,
Γέρος, Κορέλα,Φράγκος

Μεταμφιέσεις Αποκριάς και Καρναβαλιού

Εκτός από τα συμπόσια, τις διασκεδάσεις, τα χοιροσφάγια, την θύμηση των νεκρών, κύριο χαρακτηριστικό των Απόκρεω είναι οι μεταμφιέσεις, οι προσωπιδοφορίες, για τον τόπο μας οι «μουτσούνες», σπάνια με μάσκα, περισσότερο με μακιγιάζ και μουντζούρα από τον πάτο του «λεβετιού».
Παλιότερα χρησιμοποιούσαν διάφορα ονόματα κατά τόπους για τους μασκαράδες.
Τους έλεγαν: Κουδουνάτους, γιανίτσαρους, κουκούγερους, μούσκουρους, κουμουζέλε, καρνάβαλους, προσώπεια κ.ά.
Βασικό γνώρισμα των μασκαράδων η μάσκα. Οι αρχαίοι ΄Ελληνες, οι λατρευτές του Διόνυσου του Θεού του κρασιού και της διασκέδασης, έβαφαν το πρόσωπό τους με τρύγια. Οι άγριες φυλές της Αφρικής και της Ασίας διατηρούν μέχρι και σήμερα τα χαρακτηριστικά της προσωπιδικής λατρείας.
Πρώτος «εφευρέτης» της θεατρικής μάσκας θεωρείται ο τραγικός ποιητής Αισχύλος. Ολοι οι ηθοποιοί των τραγωδιών και κωμωδιών της αρχαιότητας φορούσαν προσωπεία.
Η μάσκα θεωρείται απόγονος των αρχαίων κωμικών και σατυρικών προσωπείων που φορούσαν οι ηθοποιοί. Οι μάσκες αυτές ήταν πήλινες και όμοιες μεταξύ τους.
Στην συνέχεια οι Ρωμαίοι έφτιαξαν μάσκες που διέφεραν η μια από την άλλη και παρίσταναν διάφορους τύπους της κωμωδίας.
Πολλούς αιώνες αργότερα, στην Βόρεια Ιταλία, αναπτύχθηκε το θεατρικό είδος της Κομέντια ντελ άρτε, που εισήγαγε τύπους, όπως ο αρλεκίνος και η κολομπίνα με τις ανάλογες μάσκες και ενδυμασίες, αλλά και μάσκες χρυσές που έχουν την μορφή πουλιών. Η μαύρη βελούδινη μάσκα των μεταμφιεσμένων στο καρναβάλι της Βενετίας, λεγόταν λούπι. Κανένας δεν είχε το δικαίωμα να βγάλει τη μάσκα ενός προσωπιδοφόρου κι αυτό το έθιμο το σέβονταν ακόμα και οι μεγαλύτεροι άρχοντες και αφέντες της χώρας. Οι μασκαράδες φορώντας την μάσκα δεν αναγνωρίζονταν γι' αυτό ένιωθουν απελευθερωμένοι από τον καθωσπρεπισμό και τη σοβαροφάνειά τους, με αποτέλεσμα να λένε και να κάνουν πράγματα, που δεν θα τολμούσαν να σκεφθούν χωρίς την μάσκα.
Οι μεταμφιέσεις συνδιάζονταν με αθυροστομίες, με θεατρικού διαλόγους, παρουσίαση διαφόρων δρώμενων. Αναβίωναν προλήψεις και δεισιδαιμονίες, ακουγόταν άσεμνα τραγούδια, γινόταν εικονικές δίκες.

Μεταμφιέσεις σε μπούλες

Μεταμφιεζόταν σε «μπούλες» οι άντρες ντυνόταν γυναίκες και οι γυναίκες άντρες, έφτιαχναν τις συντροφιές τους και γύριζαν σ'όλο το χωριό από σπίτι σε σπίτι. Αναπαρίσταναν ότι μπορεί να φανταστεί κανείς, γιατρούς με τα γιατροσόφια τους, γέρους και γριές, με μπαστούνια και κουδούνια, αρκουδιάρηδες με κρεμασμένες κουδούνες στη μέση του, για να γίνεται θόρυβος κ.ά. Τους δεχόταν, τους κερνούσαν, αντάλλαζαν αστεία και προσπαθούσαν με εύθυμο τρόπο να τους κάνουν να φανερώσουν το πρόσωπό τους, την ταυτότητά τους.
Από νωρίς τα βράδια μαζευόταν στις γειτονιές, στα ξέφωτα, στις πλατείες, όπου άναβαν φωτιές. Εκεί «μπούλες» και μη, μικροί και μεγάλοι, χοροπηδώντας γύρω στις φωτιές, τραγουδούσαν εύθυμα έλεγαν πιπεράτα αστεία, αναπαρίσταναν φάσεις γενετήσιες (έγκυες γυναίκες κά).
Τα παιδιά που έπρεπε να κοιμηθούν νωρίς τους χάλαγαν κάπως το γλέντι.

Μεταμφιέσεις Σκυριανής αποκριάς Κουδουνάτοι

Ανάμεσα στις εκδηλώσεις αυτές της Σκυριανής αποκριάς, ξεχωρίζει σαν μοναδική στον ελληνικό χώρο, μια τριάδα μεταμφιεσμένων που αποτελείται από τον "γέρο", την "κορέλα" και τον "φράγκο". Οι μεταμφιεσμένοι σχηματίζουν ομίλους που περιέρχονται το χωριό, δίνοντας με την παρουσία τους έναν τόνο χαράς και μυστηριακού μεγαλείου.
Από την αρχή του Τριωδίου, με έξαρση κατά τις εβδομάδες της Κρεοφάγου και της Τυρινής, αυτό το περίεργο θέαμα συναντάται καθημερινά στον κεντρικό δρόμο της αγοράς και στα σοκάκια της χώρας της Σκύρου. Παρουσιάζει ξεχωριστό ενδιαφέρον εξαιτίας της μυστηριακής μεταμφίεσης των εορταστών. Οι μεταμφιεσμένοι είναι πάντοτε και οι τρεις άντρες, ενώ οι γυναίκες δεν μετέχουν κατά κανόνα στις μεταμφιέσεις.

Ο "Γέρος" μασκαράς αποκριών

Ο "γέρος" που είναι η κυρίαρχη μορφή της μασκαρεμένης συντροφιάς, παριστάνει γέρο-τσοπάνη ζωσμένο με κουδούνια. Κάτω φοράει άσπρο μάλλινο κοντοβράκι (κοντοβράτσι) των τσοπάνηδων, άσπρες υφαντές κάλτσες χωρίς πέλμα (τροχαδόκαλτσες) και πέτσινα σανδάλια (τροχάδια). Οι "τροχαδόκαλτσες" καλύπτουν μόνο τις κνήμες και στερεώνονται κάτω από το γόνατο με μαύρες καλτσοδέτες (καρτσδέτες).
Στο πάνω μέρος του σώματος, μέχρι τη μέση, φοράει την τσοπάνικη κάπα (καπότο), μαύρου χρώματος, γυρισμένη ανάποδα για να είναι απέξω το μαλλιαρό μέρος και να φαίνονται οι μακριές τρίχες. Η κουκούλα του "καπότου" σκεπάζει το κεφάλι και στερεώνεται με τη μακριά υφαντή και κεντημένη ζώνη των βοσκών (ζουνάρι), που πέφτει μπροστά στο στήθος. Στη ράχη παραχώνει κουρέλια ή μαξιλάρι για να σχηματιστεί καμπούρα.
Το πρόσωπο το κρύβει με μάσκα (μτσούνα) από προβιά μικρού γιδιού με δύο τρύπες για τα μάτια. Στη μέση ζώνεται καμιά πενηνταριά τσοπάνικα κουδούνια που στερεώνονται από τους ώμους και στο χέρι κρατάει το τσοπάνικο στραβοράβδι στολισμένο στη λαβή με αγριολούλουδα.
Ο τρόπος που δένονται τα κουδούνια στη ζώνη της μέσης είναι αρκετά έξυπνος, έτσι που να επιτρέπει να φοριούνται πολλά κουδούνια, χωρίς να στομώνουν από την επαφή τους με την κάπα. Οι άκρες του "καπότου" είναι γυρισμένες στη μέση για ν' αφήνουν τελείως ελεύθερη τη μάζα των κουδουνιών. Κάθε κουδούνι κρατιέται από έναν κρίκο με τον οποίο φοριέται στα πρόβατα κι αυτοί οι κρίκοι είναι περασμένοι σ' ένα σχοινί (λιτάρι) γύρω στη μέση, ώστε να κρέμονται ελεύθερα και να βροντούν καθώς ο "γέρος" χοροπηδάει.
Ο "γέρος" προχωρεί με ρυθμικούς βηματισμούς, κουνώντας τη μέση του, έτσι ώστε τα κουδούνια που είναι περασμένα σ' αυτή, να δίνουν ήχους φοβερούς, αλλά ρυθμικούς κι εναλλασσόμενους. Κατά διαστήματα στέκεται και "σείεται", και τότε το κούνημα του κορμιού του είναι διαφορετικό, όπως και οι ήχοι των κουδουνιών.
Η ονομασία του "γέρου" οφείλεται μάλλον στη γεροντική εμφάνιση γι' αυτό και φοράει ψεύτικη καμπούρα.

Η "Κορέλα" μασκαράς αποκριών

Η "κορέλα" είναι άντρας ντυμένος με Σκυριανά γυναικεία ρούχα. Κάτω φοράει μια κεντητή φούστα (σκούτα)· πάνω απ' αυτήν ένα άσπρο πλισεδένιο μεσοφόρι (κολοβόλι) και μια κεντημένη ποδιά. Στο πάνω μέρος του σώματος φοράει μεταξωτά πουκάμισα κι από πάνω χρυσοΰφαντο "μεντενέ". Στη μέση δένεται μια φαρδιά ζώνη που κλείνει με πόρπες (κλειδοτήρια). Η "κορέλα" σκεπάζει το κεφάλι με κίτρινο μαντήλι απ' το οποίο προβάλλουν ψεύτικες πλεξούδες μαλλιών με μεταξωτές κορδέλες και κρύβει το πρόσωπο με χάρτινη γυναικεία μουτσούνα. Στα πόδια φοράει "τροχάδια".
Η "κορέλα" κρατάει στο χέρι ένα μαντήλι, που το κουνά, χορεύοντας γύρω από το "γέρο", όταν αυτός προχωρά, ή στέκεται και τραγουδά τον ιδιαίτερο αποκριάτικο σκοπό, που έχει τ' όνομά της (της κορέλας), όταν ο "γέρος" στέκεται, για να ξεκουραστεί, σείοντας πάντα τα κουδούνια του.
Η ονομασία "κορέλα" προέρχεται ίσως από το "κόρη" ή μάλλον από το "κουρέλα" - στη Σκύρο το κουρέλι το λένε "κορέλι" - για την ατημελησιά και την προχειρότητα της αμφίεσης, τουλάχιστον στην αρχική της μορφή. Εξάλλου εμφανίζεται μάλλον σαν γυναίκα και όχι κόρη του "γέρου".

Ο "Φράγκος" μασκαράς αποκριών

Τέλος, ο "φράγκος" ντύνεται με κοινά "ευρωπαϊκά" παλιόρουχα (παντελόνι, σακάκι, φανέλα ή κάτι ανάλογο). "Ευρωπαϊκά" έλεγαν στη Σκύρο τις σύγχρονες ενδυμασίες σε αντίθεση με τις ντόπιες παραδοσιακές φορεσιές. Στο κεφάλι φοράει ό,τι καπέλο του αρέσει, ενώ το πρόσωπο το κρύβει με μια κοινή αποκριάτικη μουτσούνα. Απαραίτητο στοιχείο της κατά τα άλλα ελεύθερης μεταμφίεσής του, είναι ένα τσοπάνικο κουδούνι που κρεμιέται πίσω στη μέση κι ένα κοχύλι που κρατάει στο χέρι, το γνωστό στους ναυτικούς σαν "μπουρού", όπου φυσά διαρκώς όταν κουνιέται ασταμάτητα πειράζοντας όσους παρακολουθούν το θέαμα.
Ο "φράγκος" ονομάστηκε έτσι γιατί είναι ο μόνος που δεν φοράει Σκυριανά ρούχα, αλλά "φράγκικα" (σακάκι - παντελόνι).

Η ΟΜΑΔΑ ΚΑΙ ΤΑ ΠΑΙΔΙΑ μασκαράδες αποκριάς

Ανάμεσα στο τρίο ξεχωρίζει αδιαφιλονίκητα η μορφή του "γέρου" που δίνει τον τόνο, ουσιαστικά και ηχητικά, του αποκριάτικου ξεφαντώματος, ενώ συγχρόνως δημιουργεί τα κύρια ερωτηματικά για την προέλευση και το συμβολισμό του. Ο "γέρος" είναι ο αρχηγός της ομάδας και καμιά φορά εμφανίζεται χωρίς τους άλλους δύο, ενώ ποτέ ο "φράγκος" και η "κορέλα" δεν εμφανίζονται χωρίς τη συνοδεία του "γέρου".
Η ομάδα συνήθως εμφανίζεται ενιαία. Το "γέρο" συνοδεύουν μία ή περισσότερες "κορέλες" κι ένας "φράγκος". Κατηφορίζουν μαζί τους δρόμους του χωριού κι όπου βρουν ξέφωτο στέκονται για να βροντήξει ο βαρυφορτωμένος "γέρος" τα κουδούνια του ή για να επιδοθεί στο αγαπημένο του παιχνίδι μαγκώνοντας τον κόσμο με το μακρύ στραβοράβδι του, να χορέψει η "κορέλα" τον αποκριάτικο και να αστειευτεί ο "φράγκος" με τη "μπουρού" και τα πειράγματά του. Όταν σμίξουν δύο ή περισσότεροι "γέροι", στέκονται και συναγωνίζονται στο "σείσιμο" των κουδουνιών, σχεδόν μέχρι εξάντλησης.
Όταν η ομάδα περιέλθει τους δρόμους και τελειώσει τις επισκέψεις της στα συγγενικά και φιλικά σπίτια, όπου πηγαίνει για να ξεκουραστεί και να κεραστεί, συνηθίζεται ν' ανεβαίνει μέχρι το Κάστρο, όπου βρίσκεται το μοναστήρι του Άη Γιώργη, του πολιούχου του νησιού. Εκεί, χτυπά χαρούμενα την καμπάνα της εκκλησίας, θέτοντας έτσι, πανηγυρικά, τέρμα στη διασκέδαση. Τα τελευταία χρόνια η τουριστικά οργανωμένη τελετουργία οδηγεί τις ομάδες των μασκαρεμένων, αφού διασχίσουν την αγορά, να καταλήξουν όλες στην πλατεία του Άη Στρατιού για την τελική επίδειξη.
Μολονότι σ' όλη τη διάρκεια της αποκριάς το χωριό αντιλαλεί απ' το κουδούνισμα αυτών των παράξενων μορφών, την τελευταία Κυριακή οι μασκαράδες εμφανίζονται σε πολύ μεγαλύτερο αριθμό.
Παλιότερα τα παιδιά γιόρταζαν με το δικό τους τρόπο, έχοντας ξεχωριστή αμφίεση. Στην προσπάθειά τους να μιμηθούν τους "γέρους", υπήρχε η συνήθεια να ζώνονται με απομιμήσεις κουδουνιών από καλάμι (καλαμκάνια) ή από ένα ειδικό φυτό, την "καρώνα", που ήταν το ιερό φυτό του Διονύσου νάρθηξ. Τα παιδιά ξερίζωναν το φυτό, έδεναν κατόπιν τα φύλλα του με λεπτό σχοινί και περιζώνονταν μ' αυτά, αντί για κουδούνια, κρατώντας στο χέρι τους το βλαστάρι του φυτού που μοιάζει με κέρατο. Άλλα, πάλι, φορούσαν στη μέση τους κέρατα, που φρόντιζαν να τα μαζεύουν από πριν.

Παλιότερες Σκυριανές Μεταμφιέσεις - Ιστορικά Στοιχεία αποκριάς

Η τριάδα του "γέρου", της "κορέλας" και του "φράγκου" διατήρησε τη συνοχή και την εμφάνισή της μέσα στο χρόνο, δίπλα στις ποικίλες και εναλλασσόμενες μεταμφιέσεις. Παλιότερα, εκτός από τα τρία αυτά μεταμφιεσμένα πρόσωπα, νέοι άνδρες της Σκύρου ντύνονταν "νυφάδες" ή "νύφες", δηλαδή φορούσαν Σκυριανές γαμήλιες στολές, και σε αντίθεση με τη βασική τριάδα, οι εκδηλώσεις τους ήταν σεμνές, κόσμιες και αθόρυβες. Αποτελούσαν έτσι μια ομάδα 5-10 ατόμων, στην οποία ήταν επικεφαλής, ένας άλλος προσωπιδοφόρος, με φουστανέλα ή βράκα και φέσι, επάργυρα πιστόλια και σπαθί, καλούμενος "γιανίτσαρης" ή "γενίτσαρης". Την ομάδα συνόδευε συνήθως ένας οργανοπαίκτης και την ακολουθούσε ένας "γέρος", που κυρίως φύλαγε τις "νυφάδες" και δεν επέτρεπε να τις πλησιάσουν, ώστε να μην προκληθούν ζημιές στις πολύτιμες νυφικές στολές.
Το έθιμο των "νυφάδων", για το οποίο υπάρχουν περιγραφές μέχρι τη δεκαετία του 1920, δεν έχει επιβιώσει στις μέρες μας. Θυμίζει ανάλογο έθιμο στη Νάουσα της Ημαθίας. Εκεί οι νέοι ντύνονται με παραδοσιακές τοπικές στολές και κατάλληλες προσωπίδες, "μπούλες" (δηλαδή νύφες) και "γενίτσαροι", συγκροτούνται σε ομάδες και γυρίζουν την πόλη χορεύοντας κάτω από τους ήχους ζουρνάδων και νταουλιών.
"Κουδουνάτοι" μασκαράδες εμφανίζονται και σ' άλλα μέρη της Ελλάδας. Ιδίως σε ποιμενικούς τόπους, Θεσσαλία, Μακεδονία ("μπαμπόγεροι", "λογκατσάρια") αλλά και στη Χίο, Σμύρνη και αλλού.
Μολονότι το έθιμο των "κουδουνάτων" δεν φαίνεται να υπάρχει μόνο στη Σκύρο, είναι ωστόσο ένα από τα σπάνια αποκριάτικα έθιμα, μοναδικό στην ειδική του μορφή, που διατηρήθηκε για μακρύ χρονικό διάστημα στη Σκύρο και προκάλεσε κάθε λογής κρίσεις και ερμηνείες.
Η ξεχωριστή μορφή των "γέρων" της Σκύρου, επέσυρε από νωρίς την προσοχή πολλών ντόπιων και ξένων παρατηρητών. Τα κείμενά τους προσφέρουν μια ολοκληρωμένη αναπαράσταση για την αποκριάτικη γιορτή και τους χαρακτήρες των πρωταγωνιστών της, όπως την είδαν εδώ κι έναν αιώνα.
Η παλιότερη περιγραφή της Σκυριανής αποκριάς και των "γέρων" είναι του J.C. Lawson, εταίρου της Βρεταννικής Σχολής Αθηνών, που βρέθηκε στη Σκύρο την αποκριά του 1900, παρακολούθησε το "παράδοξο θέαμα" και δημοσίευσε τις εντυπώσεις του στο ετήσιο δελτίο της Σχολής. Περιγράφει το "γέρο" και τα κουδούνια του με λεπτομέρειες, χωρίς να αναφέρει καθόλου "κορέλες" και "φράγκους". Θεωρεί το έθιμο παλαιότατο και κάνει υποθέσεις για την καταγωγή του από "βακχικό ή άλλο θρησκευτικό όργιο".
Η μάσκα και τα κουδούνια φαίνεται πως έκαναν τον Lawson να πιστέψει πως η μεταμφίεση γινόταν με μοναδικό σκοπό να μοιάζει ο "γέρος" με τράγο. Γι' αυτό άλλωστε μιλάει για "χορό ζώων" (beast-dance), ενώ δεν πρόκειται ούτε για χορό ούτε για μεταμφίεση σε ζώα. Είναι βέβαιο πως στη Σκυριανή αποκριά, εκτός από το χαρακτηριστικό τρίο, εμφανίζεται και πλήθος από άλλες φιγούρες ανθρώπων ή ζώων. Η άποψη για το χορό ζώων οφείλεται μάλλον σε παρανόηση.
Η δεύτερη περιγραφή είναι σχεδόν σύγχρονη με του Lawson και προέρχεται από το Σκυριανό σχολάρχη Μιχαήλ Κωνσταντινίδη, που δημοσίευσε το 1901 τη μελέτη του "Η νήσος Σκύρος". Σ' αυτήν αναφέρεται στα ντόπια αποκριάτικα έθιμα, μιλάει για το "γέρο", όπως τον έχουμε ήδη περιγράψει και για τις "νύφες", που τις συνοδεύει ο "γενίτσαρης", τις οποίες όμως δεν ταυτίζει με τις "κορέλες". Επίσης γράφει για διάφορες άλλες αποκριάτικες μασκαράτες (κοσκινάδες, γιατροί, γύφτοι) χωρίς να μνημονεύει το "φράγκο" ή την ενότητα της ομάδας που αναφέραμε.
Το Μάρτιο του 1905, ένας άλλος εταίρος της Βρεττανικής Σχολής Αθηνών, ο Richard Dawkins, οδηγημένος από την περιγραφή του Lawson, πήγε ειδικά στη Σκύρο για να μελετήσει το αποκριάτικο έθιμο. Τις εντυπώσεις του τις δημοσίευσε στο δελτίο της Σχολής. Η περιγραφή του είναι λεπτομερής και προσεκτική. Μας δίνει μια πιστή εικόνα της μασκαρεμένης τριάδας και ιδίως του "γέρου". Για την ερμηνεία του εθίμου σημειώνει απλώς σαν "λαϊκή εξήγηση", την παράδοση του κατεστραμμένου μισότρελου τσοπάνη που φορτώθηκε τα κουδούνια των χαμένων προβάτων του.
Ο Dawkins μαθαίνοντας για τους "κουδουνάτους" της Θράκης, επισκέφθηκε το 1906 τη Βιζύη (Βίζα) στη Θράκη και παρακολούθησε εκεί την αποκριάτικη παράσταση των "καλόγερων", στην οποία μετέχουν και δύο "καλόγεροι", κουκουλωμένοι με προβιές και ζωσμένοι λίγα κουδούνια. Σε μελέτη που δημοσίευσε, υποστηρίζει πως το Θρακικό έθιμο αποτελεί επιβίωση της Διονυσιακής λατρείας και αναπαριστάνει το θαύμα της ανοιξιάτικης αναγέννησης της φύσης. Μ' αυτή τη βάση, συσχετίζοντας τους "κουδουνάτους" της Θράκης και της Σκύρου, επεκτείνει τη θεωρία - με μάλλον αυθαίρετους συλλογισμούς - στην αποκριάτικη μασκαράτα της Σκύρου, υποθέτοντας ότι ερημώθηκε το νησί από το Βενετσιάνικο στόλο στα μέσα του 17ου αιώνα και στη συνέχεια αποικίστηκε από Θράκες.
Την ίδια εποχή (1905-1906) επισκέφθηκε τη Σκύρο ο Γερμανός αρχαιολόγος καθηγητής Karl Fredrich. Αναφερόμενος στις παραδοσιακές τοπικές γιορτές, μνημονεύει και τα αποκριάτικα έθιμα. Περιγράφει με συντομία την τριάδα "γέρου", "κορέλας" και "φράγκου" και χωρίς να προχωρεί σε ερμηνείες υπενθυμίζει την πιθανή σχέση ανάμεσα στο γυναικείο ντύσιμο των αγοριών και στη γνωστή μυθολογική μεταμφίεση του Αχιλλέα.
Τα άρθρα του Lawson και του Dawkins, διάβασε ο Σκυριανός γυμνασιάρχης και ιστορικός Δημήτριος Παπαγεωργίου, που δημοσίευσε το 1910 μια μελέτη για τις Σκυριανές αποκριές στο περιοδικό "Λαογραφία". Βρίσκει την ευκαιρία να σημειώσει τα σφάλματα και τις παρεξηγήσεις που ήταν φυσικό να κάνουν οι ξένοι επισκέπτες, αφού για πρώτη φορά αντίκριζαν το θέαμα. Εξιστορεί τις αποκριάτικες συνήθειες, όπως τις έζησε κι ο ίδιος, αποκρούει ανεπιφύλακτα την υπόθεση του χορού των ζώων και την προσθήκη του "φράγκου" στην αρχική δυάδα και επαναλαμβάνει τις άλλες αποκριάτικες μεταμφιέσεις ("νύφες", "φουστανελάδες", "γενίτσαροι", κλπ.).
Ο Παπαγεωργίου, δίνοντας τη δική του περιγραφή, διαπιστώνει πως δύο είναι οι κύριοι τύποι της αποκριάτικης μασκαράτας στη Σκύρο. Ο πρώτος περιλαμβάνει τις "νυφάδες", που τις προστατεύει ο "γενίτσαρης"· ο δεύτερος τύπος περιλαμβάνει τις ομάδες των "γέρων" με τις "κορέλες". Ο Παπαγεωργίου αναφέρεται και στις δύο λαϊκές εξηγήσεις που κυκλοφορούσαν στην εποχή του. Προσπαθώντας να ερμηνεύσει το έθιμο θεωρεί τις λαϊκές εξηγήσεις ως μυθεύματα και φαίνεται να προσχωρεί στην άποψη περί επιβίωσης της Διονυσιακής λατρείας.
Στα επόμενα χρόνια πλήθυναν οι αναφορές στις Σκυριανές αποκριές και έχουμε αρκετές περιγραφές και ερμηνείες. Παράλληλα τα τελευταία χρόνια μια σειρά άρθρων σε εφημερίδες, κινηματογραφικών ταινιών μικρού μήκους - σημειώνουμε το ντοκιμαντέρ "Ο χορός των τράγων της Σκύρου" του Παντελή Βούλγαρη - και τηλεοπτικών προβολών (αφιερώματα σε εκπομπές της ΕΡΤ), πέτυχαν μια εντυπωσιακή παρουσίαση της Σκυριανής αποκριάς στο ευρύτερο ελληνικό κοινό.

Σκυριανές Εκδηλώσεις αποκριάς

Οι Σκυριανές αποκριές, εκτός από τις παραδοσιακές εκδηλώσεις των μεταμφιεσμένων σε "γέρους", "κορέλες" και "φράγκους", είχαν και μια άλλη ενδιαφέρουσα πτυχή. Ήταν οι πρόχειρες υπαίθριες θεατρικές παραστάσεις και απαγγελίες σατυρικών στίχων, από ερασιτέχνες ποιητές και ηθοποιούς. Το έθιμο αυτό φαίνεται ότι είχε μακρύτατες χρονικές ρίζες στη Σκύρο.
Η αποκριάτικη σάτιρα εκφραζόταν με δύο τρόπους:
α) από ομίλους σε στυλ θιάσου και β) από μεμονωμένους ρήτορες και ποιητές.
Οι θεατρικοί όμιλοι ήταν προσωρινοί, γιατί εμφανίζονταν μόνο στις αποκριές. Οι μεταμφιέσεις των "ηθοποιών" ήταν πρόχειρες, αντίθετα από τις φορεσιές του "γέρου" και της "κορέλας" που είναι τελετουργικά τυπικές και φυλάγονται όλο το χρόνο με ξεχωριστή επιμέλεια στα μπαούλα για να διατηρούνται καθαρές και καινούργιες. Η παράσταση αποτελούνταν συνήθως από 3 έως 6 πρόσωπα και ο διάλογος γινόταν σε έμμετρους στίχους. Δεν υπήρχαν μόνιμα αποκριάτικα έργα, αλλά κάθε χρόνο γράφονταν και παίζονταν νέα, επειδή έπαιζε ρόλο η επιλογή επίκαιρων και καυτών θεμάτων.
Η δεύτερη μορφή παρουσίασης ήταν η απαγγελία της έμμετρης σάτιρας. Στην περίπτωση αυτή δεν υπήρχαν περισσότερα πρόσωπα, αλλά οι στίχοι απαγγέλλονταν από ένα άτομο που άλλοτε ήταν ο ίδιος ο ποιητής και άλλοτε ένας "ειδικός εκτελεστής" που είχε την άδεια του συγγραφέα. Το περιεχόμενο ήταν παρόμοιο με του θεατρικού κειμένου.
Τα αποκριάτικα αυτά κείμενα είναι συνήθως εξαιρετικά και κατέχουν ξεχωριστή θέση όχι μόνο στη λαογραφία, αλλά και στη λαϊκή λογοτεχνία του Σκυριανού λαού. Σ' αυτά βρίσκει κανείς βαθύτερα στοιχεία, πληροφορίες και αλήθειες της Σκυριανής ζωής.
Τις τελευταίες δεκαετίες, στις αποκριάτικες εκδηλώσεις του Χωριού, παίρνουν μέρος οργανωμένοι σε ιδιαίτερους ομίλους και οι ψαράδες του Μώλου και της Λιναριάς. Οι εμφανίσεις των ομίλων αυτών, έχουν έντονο το χαρακτήρα της επαγγελματικής και κοινωνικής τους ζωής και οργάνωσης· μ' αυτές εκφράζεται η ιδιαίτερη αντίληψη που έχουν για τη ζωή και το γλέντι, σε σχέση με τις άλλες κοινωνικές ομάδες του νησιού. Η εμφάνιση τους γίνεται με αυτοσχέδια "άρματα" ψαράδικου ή γενικότερα ναυτικού περιεχομένου και σχετικούς διαλόγους. Οι ψαράδες αναπαριστώντας τη ναυτική ζωή, οργανώνουν την "τράτα" και σατιρίζουν έμμετρα καταστάσεις και γεγονότα που αφορούν την κοινωνική ζωή της Σκύρου.
Την Καθαρή Δευτέρα σχεδόν όλοι οι Σκυριανοί, ντυμένοι με παραδοσιακές τοπικές στολές, κατεβαίνουν στην πλατεία του χωριού, τραγουδούν και χορεύουν Σκυριανά τραγούδια.




Τσικνοπέμπτη
Έθιμα Αποκριών




Γουρναλοιφή και καγιανάδες

 Τσικνοπέμπτη


Η Τσικνοπέμπτη είναι μια ετήσια τελετή, της οποίας η αρχή χάνεται μέσα στους αιώνες. Η ημέρα που τρώγεται κρέας.
Η λέξη Τσικνοπέμπτη προέρχεται από τις λέξεις "τσίκνα" (η μυρωδιά του καμένου ψημένου κρέατος) και "Πέμπτη".
Η Τσικνοπέμπτη βρίσκεται στο μέσο των 3 εβδομάδων του εορτασμού του καρναβαλιού. Πρόκειται για τη Πέμπτη της 2ης εβδομάδας, της Κρεατινής.
Γιορτάζεται την Πέμπτη που είναι 11 ημέρες πριν την Καθαρά ∆ευτέρα. Είναι ημέρα χαράς αλλά και προετοιμασίας για τους Ελληνορθόδοξους χριστιανούς, καθώς η σαρανταήμερη περίοδος της Σαρακοστής πριν το Πάσχα πλησιάζει. Την μέρα αυτή επιβάλλεται από το έθιμο το ψήσιμο κρέατος στα κάρβουνα. 

Το παστό της Τσικνοπέμπτης

Τσικνοπέφτη ήταν η μέρα που ετοίμαζαν το "παστό". Έβραζαν το λίπος με λίγο νερό, ραντίζοντάς το συγχρόνως με νερό. Το σούρωναν στη συνέχεια.
Αυτή ήταν η "γουρναλοιφή". Φυλαγόταν σε δοχεία (πήλινα).
Χρησιμοποιούνταν ως άρτυμα για όλη τη χρονιά.
Στον πάτο του λεβετιού (καζανιού) έμεναν οι τσιγαρίδες που νοστιμίζαν τα φαγητά
(με χόρτα, αυγά, όσπρια).
Σε λεβέτι έβραζαν το κρέας με λίγο κρασί για να βγάλει λίπος, που με αυτό έβραζε. Έριχναν τα μπαχαρικά για νοστιμάδα κα τα λουκάνικα, αφού τα καθάριζαν από την καπνιά. Πρόσεχαν μη τσικνιστούν γιατί θα χάλαγε όλο το παστό.
Μετά το βράσιμο καθάριζαν το κρέας από τα κόκαλα, έκοβαν τα λουκάνικα και τα τοποθετούσαν σελαγήνες (δοχεία πήλινα), και τα περιέχεαν με λίπος για να σκεπαστούν οι μεζέδες. Ήταν το φαγητό για όλο το χρόνο. Μ'αυτό φίλευαν και τους ξένους.
Ονομαστό φαγητό από παστό ήταν οι καγιανάδες, οι αλιμοκαγιανάδες με κρεμύδι κι αυγά.
Διαδικασία εβδομάδας γιορταστική, με λιχουδιές λογιών - λογιών, κρασί, τραγούδι.
Κι έχει ο Θεός, αφού έδωσε για να έχει κι ο Χριστιανός για όλη τη χρονιά, όλα τα καλά. Και γουρναλοιφή, και τσιγαρίδες και λουκάνικα, και παστό και πυτιά, και γουρνοσάπουνο, και γουρνοτσάρουχα, αλλά και την καπνοσακούλα από τη φούσκα. Για τούτο πρέπουν τις μέρες αυτές γιορτάσια και χαρές. Και μεγάλη νάναι η χάρη Του.
Στη υγειά μας, με καράτζαφλο, με συκώτι, με ψιλό κρεμύδι, με οματιές, κρασί και πειράγματα.
Η μάνα Γη μας τρέφει καλά, καιρός χαράς, καιρός να ξεχαστούμε, τώρα, κι αυτή την εβδομάδα, την εβδομάδα της «απολυτής», της «προφωνήσιμης» ή «προφωνής».



Παραδοσιακά Έθιμα Αποκριάς
Έθιμα Αποκριών





Χοιροσφάγια, κάψιμο του Τζάρου κά

 Χοιροσφάγια

Μια εβδομάδα πριν από την Τσικνοπέμπτη, με το άνοιγμα του Τριωδίου ξεκινούσε η διαδικασία της σφαγής των γουρουνιών, τα χοιροσφάγια. Γι'αυτό η εβδομάδα αυτή ονομαζόταν και σφαγαριά.
Στα παλιά τα χρόνια, κάθε σπίτι έτρεφε για ένα χρόνο το γουρουνόπουλό του. Ένα καλό γουρούνι για «χοιροσφαγή» έφτανε τα 100 με 150 κιλά. Όλο το χρόνο ταϊζόταν με καλαμπόκι, πίτουρα κουρκούτι, σγόρτσα (άγρια αχλάδια), βελανίδια και αποφάγια του σπιτιού (παμφάγο).
Το σφάξιμο του γουρουνιού γινόταν την περίοδο των Απόκρεω, την πρώτη εβδομάδα του Τριωδίου, την σφαγαριά. Ήταν γιορτή για όλο το χωριό. Οι κάτοικοι σχημάτιζαν φιλικές συντροφιές και έσφαζαν «χαλάγαν» με τη σειρά τα χοιρινά τους.

Πρώτη μέρα

Ένα επιδέξιος σφαγέας έσφαζε το γουρούνι. Η σφαγή γινόταν με μαχαίρι ή με όπλο (δίκανο).
Μετά το σφάξιμο του βάζαν ένα λεμόνι στο στόμα, το λιβάνιζαν και το σκέπαζαν για φύγει το κακό σπυρί (αν είχαν επάνω τους). Ο σφάχτης πηδούσε τρεις και τρεις φορές και στη συνέχεια από μια η οικογένεια. Το κεφάλι θα το κρεμάσουν για το καλό του σπιτιού. Αλλού πάλι χάραζαν ένα σταυρό στο στήθος και πάνω στις σχισμές τοποθετούσαν αναμμένα κάρβουνα και λιβάνι.
Τα μικρά χοιρινά τα έκαναν μαδητά, τα μεγάλα τα έγδερναν εκτός από την κοιλιά.
Ο πρώτος μεζές στα κάρβουνα ηταν ο «καρούτσαφλος», (ο λάρυγγας, το καρύδι του χοιρινού) συνοδευόμενος από κρασί, μπομποτοκουλούρα, «χρόνια πολλά» και «ο θεός να σχωρέσει τις ψυχές» των νεκρών. Ιδιαίτερα τον πρόσφεραν στον σφαγέα.
Από δω, ίσως βγήκε, και η παροιμιακή φράση «θα σου φάω τον καρούτσαφλο ή το λαρύγγι».
Αλλού σαν πρώτο μεζέ χρησιμοποιούσαν το κομμάτι το κρέας που ψήθηκε στον σταυρό με τα κάρβουνα και το λιβάνι.
Οι γυναίκες ετοίμαζαν το συκώτι του γουρουνιού με ψιλοκομμένο κρεμμύδι, έναν πολύ νόστιμο μεζέ.
Τα παιδιά έβαζαν ένα κόκκινο σταυρό από το αίμα του γουρουνιού, για να μην τους τρώνε τα κουνούπια το καλοκαίρι. Απ' το αίμα θα φοβούνταν τα κουνούπια και δεν θα τους τσιμπούσαν.
Τη «φούσκα» (κύστη) την έτριβαν στη στάχτη, τη φούσκωναν, έριχναν σπυριά από αραποσίτι κι έπαιζαν. Οι μεγάλοι τη χρησιμοποιούσαν για καπνοσακούλα. Τη «χολή» του ασήμαδου μαύρου γουρουνιού τη βάζαν για φυλαχτάρι στα ζώα ή πότιζαν τις γκαστρωμένες φοράδες για να μην απορρίξουν.
Την «πυτιά» την κομμάτιαζαν. Ρίχναν ξύδι, λάδι, σκόρδο, αλάτι, ούζο και την ξεραίνουν στον ήλιο. Την κρεμούν μέσα σε σακούλι στην καπνιά του παραγωνιού και την ρίχνουν στο τυρί για πήζει.

Δεύτερη μέρα

Οματιά

Τη δεύτερη μέρα ετοίμαζαν την «οματιά». Έπαιρναν τα χοντρά έντερα, σε μήκος 60 έως 80 εκ. τα έπλεναν καλά. Τα γέμιζαν με: μισοστουμπισμένο και μισοβρασμένο σιτάρι, σταφίδες, πορτοκαλόφλουδες, μυρωδικά και μπαχαρικά. Τα έβαζαν σε «τεψιά» με λίπος από την μαδημένη κοιλιά «σγόρτσα» και την έψηναν στο φούρνο. Ήταν νόστιμη. Τρώγονταν ζεστή ή κρύα.
Από την ψημένη «οματιά» έστελναν και στις οικογένειες που δεν είχαν ή δεν έσφαξαν το δικό τους χοιρινό.

Πηχτή ή ποδομούτσουνα

Μια επιπλέον γαστρονομική απόλαυση της «σφαγαριά» τα ποδομούτσουνα που κάναν την πηχτή.
Καθάριζαν καλά πόδια και κεφάλι. Τα κομμάτιαζαν, τα έβραζαν, τα ξεκοκκάλιαζαν, εκτός των ποδιών, τα κομμάτιαζαν σε «μπουκιές», τα ξανάβραζαν με στουμπισμένο σκόρδο και ξύδι «σκορδοστούμπι», αλάτι και πιπέρι. Έτσι ετοιμαζόταν η πηχτή που έπηζε σαν κρύωνε, (μέσα σε πιάτο ή σε λαγήνα για αργότερα) και κοβόταν με το μαχαίρι. Νοστιμότατη, με άρωμα σκόρδου και νοστιμιά ξυδιού.

Τα λουκάνικα

Τα ψιλά έντερα, πλυμένα και γυρισμένα, σε μήκος ενός περίπου μέτρου, τα «ξεθέρμιζαν», τα φούσκωναν, τα έδεναν στις άκρες και τα κρεμούσαν σε ένα οριζόντιο καλάμι για να ξεραθούν. Με αυτά φτιάχνανε τα λουκάνικα. Γέμιζαν τα έντερα με κρέας β΄κατηγορίας, κομμένο και λιανισμένο πάνω σε κρεατοκόφτη. Έριχναν ψιλοκομμένο κρεμμύδι, κοπανισμένα μπαχαρικά (κανέλα, γαρύφαλλα, πιπέρι μαύρο) λίγη ψιλοκομμένη πιπεριά, πορτοκαλόφλουδα, αλάτι και ότι άλλο αρωματικό. Όλα αυτά τα μισοέβραζαν, πριν βάλουν με χωνί τη γέμιση ζεματούσαν τα λουκάνικα για να καθαρίσουν και να μαλακώσουν. Γεμισμένα και τρυπημένα τα βουτούσαν σε ζεστό νερό για φύγει ο αέρας, που τυχόν θα έμενε. Ύστερα τα κρεμούσαν κατά προτίμηση μέσα στο τζάκι, για να στεγνώσουν γρηγορότερα. Γινόταν πικάντικα. Τρωγόταν ψητά ή έμπαιναν στο παστό που ετοιμαζόταν την Τσικνοπέμπτη.

Το «ξεφόρτιασμα»

Τη δεύτερη μέρα μετά το γδάρσιμο «ξεφόρτιαζαν» το σφαχτό, δηλ. αφαιρούσαν το στρώμα λίπους που είχε στη ράχη, με λωρίδες «φέρτσες», από πάνω προς τα κάτω, καθώς ήταν κρεμασμένο από τα πισινά του πόδια.
Το λίπος το κομμάτιαζαν, το έβαζαν στο νερό, που το άλλαζαν δυο φορές, για να γίνει «άσπρη αλοιφή», το αλάτιζαν και το άφηναν για «να το πιάσει το αλάτι». Το ξύγκι, «το πλαστήρι» το έβαζαν χωριστά. Με το «ξεφόρτιασμα» κομμάτιαζαν το κρέας, διάλεγαν το καλό για το «παστό», το αλάτιζαν, έριχναν ρίγανη και το άφηναν μερικές μέρες «να το πιάσει το αλάτι».

Ήθη και έθιμα Αποκριάς σε όλη την Ελλάδα

Στην Ξάνθη το τελευταίο τριήμερο της αποκριάς με το "κάψιμο του Τζάρου" στη γέφυρα του ποταμού Κόσυνθου. Σύμφωνα με την παράδοση, ο "Τζάρος" ήταν ένα κατασκευασμένο ανθρώπινο ομοίωμα, τοποθετημένο πάνω σε πουρνάρια.
Την τελευταία Κυριακή της Αποκριάς, οι κάτοικοι τον καίνε, ώστε το καλοκαίρι να μην υπάρχουν ψύλλοι. Ακολουθεί η ρίψη εκατοντάδων πυροτεχνημάτων που κάνουν τη νύχτα μέρα.
Στη Νάουσα, κάθε χρόνο αναβιώνει το έθιμο "Γενίτσαροι και Μπούλες" που έχει τις ρίζες του στην Τουρκοκρατία.
Οι Γενίτσαροι φορούν φουστανέλες, τσαρούχια, μάλλινες μακριές κάλτσες και γιλέκο, ενώ στο πρόσωπο φέρουν κερωμένο πανί με ζωγραφιστό μουστάκι. Στο κεφάλι, στη μέση και στο χέρι τους δένουν από ένα μαντήλι, ενώ στο λαιμό κρεμούν σταυρό και αλυσίδα με φυλακτό.
Οι Μπούλες είναι επίσης άνδρες, ντυμένοι με γυναικεία ρούχα και στο πρόσωπο φορούν βαμμένες μάσκες. Σύμφωνα με το έθιμο, τα χρόνια της τουρκοκρατίας οι αρματολοί έβρισκαν στις Απόκριες την ευκαιρία να κατέβουν στην πόλη μασκαρεμένοι και να γλεντήσουν με συγγενείς και φίλους, χωρίς να φοβούνται ότι θα τους αναγνωρίσουν οι Τούρκοι.
Στην Κοζάνη, ζωντανεύει ο "Φανός", τον οποίο ανάβει ο δήμαρχος στο κέντρο της πόλης και γύρω του στήνονται οι χοροί. Χορεύουν και τραγουδούν τα "Ξιανέντραπα" αλλά και τραγούδια κλέφτικα, της αγάπης και της ξενιτιάς. Η γιορτή κορυφώνεται τα ξημερώματα της Καθαρής Δευτέρας, που βραβεύονται οι καλύτεροι Φανοί.
Στο Σοχό του νομού Θεσσαλονίκης εμφανίζονται οι Κουδουνοφόροι, κατάλοιπο της διονυσιακής λατρείας. Με τραγόμορφες στολές και κουδούνια σε όλο το σώμα τους, χορεύουν στους δρόμους και τις πλατείες. Πρόκειται για μια "αναίμακτη θυσία στους νεκρούς", ενώ οι εκδηλώσεις της Απόκριας κλείνουν με το έθιμο των μετανοιών. Οι μεγαλύτεροι δίνουν άφεση αμαρτιών στους μικρότερους που με πολύ σεβασμό επισκέπτονται τους μεγαλύτερους, τους φιλούν το χέρι και τους προσφέρουν ένα πορτοκάλι.
Στην Καστοριά, οι κάτοικοι ανάβουν μεγάλες φωτιές, τις "Μπουμπούνες", γύρω από τις οποίες στήνεται χορός με την συνοδεία παραδοσιακών τοπικών σχημάτων. Στο τέλος, οι πιο τολμηροί πηδάνε πάνω από τη θράκα.
Έθιμο της ίδιας βραδιάς είναι και ο "χάσκαρης". Στην άκρη ενός πλάστη δένεται μία κλωστή και στην άκρη της κλωστής ένα βρασμένο αβγό. Ο αρχηγός της οικογένειας κρατά τον πλάστη και τον κατευθύνει στα στόματα των μελών, οι οποίοι προσπαθούν να το "χάψουν".
Στο Λιτόχωρο Πιερίας αναβιώνουν έθιμα που έχουν σκοπό τον εξαγνισμό των κακών πνευμάτων και της κακοτυχίας. Αυτό επιτυγχάνει ο Χορός των βωμολόχων που περιδιαβάζει όλο το χωριό με πειράγματα για όλους τους περαστικούς. Το βράδυ της Κυριακής της Αποκριάς ανάβουν τα κέδρα στις γειτονιές, γύρω από τις οποίες στήνεται ξέφρενο γλέντι.
Στη Νέα Χαλκηδόνα Θεσσαλονίκης, αναβιώνει το έθιμο του γιαουρτοπόλεμου, που έχει τις ρίζες του στη Μικρά Ασία.
Στη Δημητσάνα οι απόκριες κορυφώνονται με το κάψιμο του «μακαρονά».
Στη Σκύρο αναβιώνει το έθιμο του "γέρου και της Κορέλας". Άντρες φορούν την παραδοσιακή φορεσιά του σκυριανού βοσκού και στη μέση τους κρεμούν μεγάλες κουδούνες.
Στη Νάξο, οι άντρες φορούν φουστανέλες και μάσκες και τριγυρνούν στις γειτονιές χορεύοντας και τραγουδώντας.

Αλμυροκουλούρα

Τη νύχτα πριν την «Κυριακή της Τυρινής», τα κορίτσια ανακατεύουν αλεύρι, πολύ αλάτι και νερό και ψήνουν το μείγμα του ψωμιού που λέγεται «αλμυροκουλούρα» (δηλαδή πολύ αλμυρό ψωμί). Τα κορίτσια το τρώνε και πιστεύουν ότι τον άντρα που θα ονειρευτούνε εκείνο το βράδυ αυτόν και θα παντρευτούνε.



Του Κουτρούλη ο Γάμος
Έθιμα Αποκριών



Η αναβίωση του γάμου...

Του Κουτρούλη ο Γάμος

Η αναβίωση του γάμου που άφησε εποχή στη Μεθώνη τόσο για τα χρόνια που περίμενε το ζευγάρι για να ζήσει το πολυπόθητο μυστήριο, όσο και για το γλέντι που δικαίως ακολούθησε, γίνεται κάθε χρόνο την Καθαροδευτέρα στις μία το μεσημέρι στην πλατεία σιντριβανιού της παραλίας.
Το γεγονός είναι πραγματικό και σύμφωνα με ιστορικές πηγές συνέβη τον 14ο αιώνα. Πρωταγωνιστής της απίθανης αυτής ιστορίας ήταν ο ιππότης Ιωάννης Κουτρούλης, ο οποίος, τρελά ερωτευμένος με συμπατριώτισσά του, δε μπορούσε να τη νυμφευθεί γιατί ήταν ήδη παντρεμένη. Η όμορφη Μεθωναία, της οποίας το όνομα δεν έχει σωθεί και την οποία οι μεταγενέστεροι ονόμασαν Αρσάννα, δεν μπορούσε να πάρει διαζύγιο γιατί δεν το επέτρεπε ο Χριστιανός Επίσκοπος της πόλης Νήφων. (Μεθώνη)Τελικά μετά από 17 χρόνια οι δύο ερωτευμένοι, καταφεύγοντας στον ίδιο τον Πατριάρχη Κωνσταντινουπόλεως, πήραν την άδεια και παντρεύτηκαν. Προϋπόθεση βέβαια που έθεσε ο Πατριάρχης ήταν οι δύο Μεθωναίοι να μην είχαν ήδη συνάψει σχέσεις, όπως και διαπιστώθηκε. Στο γλέντι που ακολούθησε ήταν φυσικό να γίνει......του "Κουτρούλη ο Γάμος". Η φαντασία των οργανωτών, όσο περνούσαν τα χρόνια, δημιούργησε νέα δεδομένα και καταστάσεις που έκαναν το γάμο της εποχής εκείνης πασίγνωστο σε όλη την Ελλάδα. Και μέσα από την ιστορία της εποχής εκείνης γίνεται αναφορά στην εποχής μας και με έντονη σατιρική διάθεση διακωμωδούνται σημερινά γεγονότα καθώς επίσης και η νύφη με πολλά γαργαλιστικά στιχάκια.




Μπαμπαλιούρια
Έθιμα Αποκριών


Αποκριάτικα έθιμα

Μπαμπαλιούρια 

Πανάρχαιο έθιμο με ρίζες στη λατρεία του θεού Διόνυσου. Διατηρείται μέχρι σήμερα σε αρκετά μέρη της Μακεδονίας και ιδιαίτερα στα βλαχοχώρια όπως η Καρίτσα, το Λιβάδι και άλλα. Το έθιμο έχει σχέση με τον εξορκισμό των κακών πνευμάτων, ο οποίος επιτυγχάνεται με το φοβερό θόρυβο των κουδουνιών όπως θα δούμε παρακάτω. Την ημέρα λοιπόν της Πρωτοχρονιάς νέοι του χωριού φορούσαν μάσκες κατασκευασμένες από δέρμα προβάτου συνήθως.
Οι μάσκες αυτές ήταν απαίσιες στην εμφάνιση και σκοπό είχαν να τρομάξουν τα κακά πνεύματα που τριγύριζαν στο χωριό και που είχαν μοναδικό σκοπό να το βλάψουν. Γύρω από τη μέση τους, σε μια φαρδιά ζώνη, κρεμούσαν μεγάλα κουδούνια. Με τα κουδούνια λοιπόν κρεμασμένα γύριζαν όλο το χωριό κουνούντας τα με αποτέλεσμα να δημιουργείται ένας φοβερός θόρυβος ικανός να διώξει κάθε ξωτικό ή κακό πνεύμα. Παππούδες μας είπαν πως πολλά αγόρια ντύνονταν γουρούνια και γύριζαν στο χωριό έχοντας κι αυτοί τον ίδιο σκοπό με τα "Μπαμπαλιούρια". Παράλληλα κάποιος που έπαιζε γκάιντα και γύριζε μαζί με τους μεταμφιεσμένους στα σπίτια και έλεγαν διάφορα τραγούδια. Παράδειγμα σε σπίτι που είχαν κόρη για παντρειά έλεγαν το τραγούδι
Ν' εδώ κόρη για παντρειά, κόρη για αρραβώνα
Όταν τέλειωναν όλα τα σπίτια του χωριού πήγαιναν στην πλατεία όπου και χόρευαν μαζί με όλους τους κατοίκους του χωριού. Το γλέντι βέβαια συνεχιζόταν μέχρι πρωίας σε σπίτια συγγενών και φίλων στο χωριό.