Αναζήτηση αυτού του ιστολογίου

Παρασκευή, 4 Απριλίου 2014

Ψεύδος: Ένα διαδεδομένο πάθος.


«Εσί δέ τρες διαφοραί ψεύδους· στιν  ψευδόμενος κατά διάνοιαν καί στιν ν λόγ ψευδόμενος καί στιν  ες ατόν τόν βίον ατο ψευδόμενος»   (ββΔωροθέου, Περί Ψεύδους, ΕΠΕ «Φιλοκαλία», τ. 12).
πάρχουν τρες γενικοί τρόποι γιά νά λέμε ψέματα καί νά εμαστε ψευδόμενοι, γράφει  ββς Δωρόθεος.

α.  πρτος τρόπος εναι νά ψεύδεται κάποιος κατά διάνοια. Χαρακτηριστικό ατς τς καταστάσεως εναι  πόνοια καί  καχυποψία. Ατός πού χει καχυποψίες, άν δε κάποιον νά μιλε μέ ναν λλο, ποπτεύεται πώς μιλον γι' ατόν. άν διακόψουν τήν μιλία, ποψιάζεται πώς διέκοψαν γι' ατόν. καχυποψία, πού εναι μία μορφή ψεύδους, τόν κάνει νά μή λέγει τίποτε τόληθινό, λλά νά κατασκευάζει λο ποθέσεις. Τά ποτελέσματα τς περιπτώσεως ατς εναι περιέργειες, κρυφακούσματα, καταλαλιές, κατακρίσεις καί μαλώματα.
β.  δεύτερος τρόπος εναι νά ψευδόμαστε μέ τόν λόγο. νας πού εναι ψεύτης στά λόγια, προσπαθε νά δικαιολογήσει τίς μαρτίες του, τά πάθη του προσπαθε νά πιτύχει το σκοπο του μέ ψέματα. Τροποποιε τίς κατηγορίες ες βάρος του μέ ψέματα. Λέγει ψέματα γιά νά κπληρωθον ο πιθυμίες του. Ψεύδεται γιά νά ντυπωσιάσει, νά ποφύγει πολλές καταστάσεις  γιά νά κερδίσει χρήματα καί γαθά. Ατός πού λέγει ψέματα στά λόγια του, φτάνει στό σημεο νά μήν τόν πιστεύουν ο λλοι, στω καί ν λέγει λήθεια.
γ.  τρίτος τρόπος εναι ταν ψεύδεται κάποιος μέ τόν βίο του. λλη εναι πραγματική ζωή πού κάνει καί λλη δείχνει νά κάνει. Εναι σωτος, λλάμφανίζεται γκρατής. Εναι πλεονέκτης καί μφανίζεται λεήμονας καί μιλ μέ θέρμη γιά τήν λεημοσύνη. Εναι περήφανος καί θαυμάζει τήν ταπεινοφροσύνη. Προβάλλει τήν ρετή  γιά νά σκεπάσει τόν αυτό του  γιά νά τόν θαυμάζουν ο λλοι. «Οτος οκ στιν πλος νθρωπος, λλά διπλος». Εναι διπλοπρόσωπος.  κατάσταση τς ποκρισίας συνδέεται στενά μέ τό ψεδος, καί μάλιστα μερικές φορές  ποκρισία καί τό ψεδος ταυτίζονται.
Τό πάθος το ψεύδους λους μας χει κουμπήσει. λλος ψεύδεται πειδήποσκοπε στό συμφέρον του, λλος γιά τήν καλοπέρασή του, λλος γιά τήνκανοποίηση τς φιληδονίας του, λλος γιά νά προξενήσει γέλιο καί ετραπελία,λλος γιά νά πιβουλευτε τόν δελφό του καί νά τόν κακοποιήσει· πάρχουν πολλοί λόγοι γιά νά πε κάποιος ψέματα.
Τό ψέμα μως, πως μέ εκολία θριαμβεύει, τσι καί μέ εκολία καταρρέει. Μπορε κάποιος νά λέγει να σωρό λόγια πού μέσα σέ ατά κρύβεται μέ πιμέλεια τό ψέμα, στό τέλος μως δέν πιτυγχάνει τίποτε. Πολλές φορές λέμε ψέματα γιά νά πικρατήσουμε, λλά τελικά τά δια μας τά ψέματα μς κθέτουν καί μς ρεζιλεύουν.
Κατά κανόνα σοι λέμε ψέματα ποδίδουμε στούς λλους τά λαττώματα τά δικά μας, πως κριβς κάνουν καί ο νήθικες γυνακες, πού κατηγορον τίς τίμιες πό φόβο μήν τυχόν μιλήσουν. πίσης, γινόμαστε διαίτερα φορτικοί στούς λλους  κόμη καί βίαιοι. Ατό φαίνεται καθαρά στήν περίπτωση τς καχυποψίας. ποιος δηλαδή χει πόνοιες καί καχυποψία, βασανίζει τούςλλους. νας σύζυγος πού ποψιάζεται τήν σύντροφό του, τήν βασανίζει, τήν βρίζει, τήν ξουθενώνει καί τήν κακοποιε. Συμβαίνουν λα ατά, πειδή στό μυαλό του χει πλάσει ψευδες εκόνες  χει καταλήξει σέ ψευδ συμπεράσματα.
κόμη πάρχει καί  μυθομανής. Λέγει ψέματα χωρίς νά ξυπηρετον σέ τίποτε. Νομίζει τι τόν καταδιώκουν, προφυλλάσσεται πό λλους χωρίς λόγο κ. μυθομανής μπορε νά προκαλέσει στούς λλους σχημες καταστάσεις καίνδέχεται ξ ατίας του, νά ποδίδονται σέ νθρώπους θώους κατηγορίεςντελς νυπόστατες καί μή πραγματικές.  μυθομανία εναι να εδος διαστροφς. 
Ατό τό φοβερότατο πάθος, τό ποο δέν θεωρομε σπουδαο, φο μάλιστα βρίσκουμε καί δικαιολογίες πώς τάχα λέμε ψέματα γιά καλό, γιά νά προστατεύσουμε τούς λλους, γιά νά σώσουμε μία οκογένεια, γιά νά προλάβουμε τυχόν μεγαλύτερες καταστροφές, φείλουμε νά τό πολεμήσουμε.σοι συνηθίσαμε νά λέμε ψέματα, δέν σεβόμαστε οτε τόν αυτό μας οτε τούςλλους καί πολλές φορές τό πάθος ατό μς κθέτει στά μάτια τν λλων, λλά προπαντός μς στερε τήν ελογία το Θεο

Τη Υπερμάχω

Παναγία των Χαιρετισμών ή του Ακαθίστου

Από τις πολυτιμότερες εικόνες της Παναγίας είναι και ή των «Χαιρετισμών» ή του «Ακάθιστου» που βρίσκεται στην Ιερά Μονή Διονυσίου του Αγίου Όρους. Από τις πιο παλαιές χρονολογικά, στο δε Άγιον Όρος είναι η πιο αρχαιότερα.Παναγία των Χαιρετισμών ή του ΑκαθίστουΕίναι κατασκευασμένη από κηρομαστίχα και με μύρο περιρρεομένη. Στο πίσω μέρος σε αργυρά πλάκα, είναι τετυπωμένος ο Αυτοκράτορας Αλέξιος ο Γ’ ο Κομνηνός και ο Όσιος Διονύσιος ο κτήτορας της Μονής και είναι γραμμένο το εξής: «Αυτή η εικών η Θαυματουργός εστί την οποίαν βάσταξέ Σέργιος ο Πατριάρχης περιερχόμενος τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως έδιωξε τους πολεμίους και την οποίαν ο Αυτοκράτωρ Αλέξιος ιδιοχείρως εδώρησε τω Αγίω Διονυσίω». Είναι λοιπόν εκείνη την οποίαν ο Σέργιος κατά την ιστορική εκείνη βραδιά του 626 μ.Χ. κρατώντας την περιήρχετο μαζί με κλήρο και λαό τα τείχη της Κωνσταντινουπόλεως και εμψύχωνε το λαό και τον ολιγάριθμο στρατό που υπεράσπιζε την Πόλη. Είναι ιστορικά παραδεκτό ότι υπερφυσική δύναμη κατατρόπωσε τους πολυάριθμους Σκύθες και Αβαρούς. Δεν μπορεί διαφορετικά να εξηγηθεί αφού ο στρατός με τον Ηράκλειο είχε εκστρατεύσει προς την Περσία. Οι πολέμιοι με αρχηγό τον Χαγάνο έφθασαν επιθετικοί και με στρατό και στόλο πολιόρκησαν τα στενά και την ξηρά και απειλούσαν. Ποιος θα σώσει την Πόλη; Ο Χαγάνος παρασπόνδησε σε μια συνθηκολόγηση με την Πόλη για να λύσει την πολιορκία και με αυθάδεια και σαρκασμό ειρωνεύτηκε τους πιστεύοντας στο θεό Βυζαντινούς: «Μη σας γελάει ο θεός σας, εγώ αύριο θα είμαι κύριος της πόλεως σας».

Η απάντηση επηρέασε το ηθικό και έφερε ταραχή, φόβο και απελπισία στις καρδιές των πολιορκημένων. Το κλίμα της απαισιοδοξίας άρχισε να κυριαρχεί. Τη χαλύβδωση του ηθικού ήλθε να επιφέρει η θαρραλέα παρουσία του γενναίου και αξιοτάτου Πατριάρχου Σεργίου: «Είναι κρίμα να απελπίζεστε. Σκέπτεστε σαν άνθρωποι που δεν πιστεύουν στο θεό και στο αποτέλεσμα του ιερού πολέμου. Στα χέρια της Παναγίας εμπιστεύθηκα την Πόλη και τον άμαχο πληθυσμό της. Στην Παναγία όλοι μας με θέρμη ψυχής ας προσευχηθούμε». Πραγματικός συναγερμός και ενθουσιασμός συνέβηκε τότε. Ο Πατριάρχης, ο Κλήρος και ο Λαός, μια φωνή μια ψυχή, ξεχύθηκε στους δρόμους και στα τείχη με τα ιερά κειμήλια στα χέρια, που ήσαν η Ζώνη της Παναγίας, η Ιερά Εσθήτα Της, λείψανα αγίων, λάβαρα και εικόνες. Ο Πατριάρχης, ζωντανός και άκαμπτος, κρατούσε υπερυψωμένη τούτη την Εικόνα και έδινε δύναμη και θάρρος. Απ' όλων τις καρδιές αυθόρμητα έβγαιναν φωνές και ευχές που φανέρωναν την εμπιστοσύνη του Λάου προς την Παναγία: «Φθάσε Παναγία μου, μη μας εγκαταλείπεις τώρα που χανόμαστε, σώσε το λαό Σου και την Πόλη Σου».

Τότε συνέβηκε ένα από τα μεγαλύτερα θαύματα και υπερφυσικά γεγονότα της πίστεως. Τρομαγμένοι οι επιτιθέμενοι εχθροί άκουγαν θόρυβο σαν χιλιάδες στρατός να επιτέθηκε εναντίον τους που έφερνε όλεθρο και καταστροφή στις τάξεις τους. Ξαφνικά και απροσδόκητα, από διώκτες έγιναν διωκόμενοι. Χιλιάδες πτώματα στρώθηκαν στη γη, πανικόβλητοι όσοι είχαν απομείνει τράπηκαν σε φυγή για να σωθούν μακριά από την Πόλη, φωνάζοντας απεγνωσμένα μεταξύ τους: «Που βρέθηκε, που ήταν κρυμμένος τόσος στρατός;». Όμως στρατός δεν υπήρχε, όπως είπαμε, η θεία τιμωρία τους κυνηγούσε, αφού προκλητικά και υπερήφανα τα έβαζαν με την Πόλη Πόλεων που εντός της είχε πολλούς πιστούς που με εμπιστοσύνη κατέφυγαν στη θεία προστασία. Η ιστορική παράδοση ομιλεί για ένα ανεξήγητο μέγα θόρυβο και ανεμοστρόβιλο που έφερε πανικό και καταστροφή. Εκτός από τα πτώματα νεκρών που βρίσκονταν σκόρπια έξω από τα τείχη, συντρίμμια είχαν γίνει τα εχθρικά πλοία και πολλά πτώματα ναυτών φάνηκαν στην ακροθαλασσιά των Βλαχερνών.

Ιστορική πραγματικότητα το γεγονός τούτο. Τα δάκρυα πόνου, οδύνης και αγωνίας, η οσμή θανάτου και αιχμαλωσίας που είχε παγώσει στην κυριολεξία τους χιλιάδες εντός της Πόλεως Βυζαντινούς, μετεβλήθησαν σε ζητωκραυγές και αλαλαγμούς χαράς και δοξολογίας στο Θεό και την Παναγία Δέσποινα. Τότε ο Πατριάρχης Σέργιος μέσα σε ανέκφραστα χαρμόσυνα συναισθήματα βάδισε με τον κλήρο και το λαό προς την Παναγία των Βλαχερνών. Μέσα σε θρησκευτικό παραλήρημα χαράς και ιερού ενθουσιασμού, σε μια ατμόσφαιρα που οι καρδιές σκιρτούσαν και τα μάτια έρεαν δάκρυα από άκρα συγκίνηση και θεία ευγνωμοσύνη, δοξολόγησαν και ευχαρίστησαν την Παναγία σε μέγεθος και βαθμό που δεν πρέπει να έχει το όμοιο του. Με άλλα λόγια, μιλάμε για μια γενική ευχάριστη εικόνα χιλιάδων ανθρώπων που είχαν στην κυριολεξία «μεθύσει» χριστιανικά. Μοναδικό το γεγονός σε πανανθρώπινη κλίμακα. Εκεί, εντός του Ναού, αλλά και εκτός, όπου βρέθηκαν οι πιστοί αρχής γενομένης από τον Πατριάρχη ο όποιος άρχισε να ψάλλει για πρώτη φορά το: «Τῇ ὑπερμάχῷ στρατηγῷ τὰ νικητήρια κ.λπ.». Και στη συνέχεια, όλοι μαζί τη νύκτα εκείνη «όρθοστάδην τον ύμνο τη του Θεού Μητρί γηθοσύνως έμελπαν». Για αυτό το Θαυμάσιο αυτό πνευματικό άσμα των «Χαιρετισμών», ονομάσθηκε «Ακάθιστος Ύμνος».

Ο άγνωστος ποιητής των «Χαιρετισμών» έπλεξε το καλύτερο εγκώμιο και γενικά ότι ανώτερο έχει γραφεί για την Υπέρμαχο Στρατηγό. Έχει χαρακτήρα διηγηματικό, θεολογικό και δοξαστικό. Κυρία υπόθεση έχει τον Ευαγγελισμό της Θεοτόκου και, γενικότερα, την ενανθρώπιση του Χριστού και, ακόμη, γίνεται λόγος για το ηθικό και πνευματικό μέγεθος και ύψος της Παναγίας και των προσφορών της στον κόσμο. Το Κοντάκιο «Τῇ ὑπερμάχῷ», δεν έχει σχέση με τον ποιητή του Ύμνου, είναι δημιούργημα της ημέρας εκείνης. Σ' αυτό ακούγεται λυτρωτικός και νικητήριος προς τη Μητέρα του Θεού παιάνας που ως πνευματικός Στρατηγός έχει ακατανίκητη τη δύναμη και οι πιστοί παρακαλούν να ελευθερώνει «εκ παντοίων κινδύνων».

Πλέον στους αιώνες και σήμερα οι Χαιρετισμοί, ο Ακάθιστος Ύμνος ο τόσο λαοφιλής συγκινεί βαθιά την πιστεύουσα ψυχή και ιδιαιτέρως τον ορθόδοξο Ελληνισμό, ο όποιος στον ύμνο αυτό και στο πρόσωπο της Θεοτόκου βλέπει συνδεδεμένες εκκλησιαστική και εθνική παράδοση και ζωή Πίστη και Πατρίδα φαίνεται ότι συσφίγγονται εναρμονίως γύρω από ύμνο αυτό. Διαχρονικός και λαοφιλέστατος, ηλεκτρίζει πολλές ψυχές όποιες την περίοδο της Μ. Τεσσαρακοστής τρέχουν να τον ακούσουν τω από τους θόλους των Ναών. Για αιώνες και μάλιστα στην 400χρονη σκλαβιά, ήταν ο Εθνικός Ύμνος του Γένους. Απ' όλα αυτά εξάγεται αβίαστα και η σημασία της Εικόνας αυτής. Δικαίως οι πιστοί Έλληνες μπρος σ εικόνα αυτή αισθάνονται έντονα την παντοδυναμία της Παναγίας και εθνική έξαρση.

Ένα από τα εξαίσια γεγονότα της Εικόνας, αφ' ότου τον 13ο αιώνα μ.Χ. δόθηκε στη Μονή Αγίου Διονυσίου, είναι το εξής: Το 1592 μ.Χ., ο Αλγερινός πειρατής Ιφ Αρταβάν Αλφα, ξεκινώντας από τη νήσο Σκύρο, ήλθε με πολλούς δικούς του στην Ιερά Μονή Διονυσίου προκειμένου να αρπάξει τους θησαυρούς της. Γνώριζε ότι υπήρχε εκεί και μια πολύτιμη εικόνα της Παναγίας. Αφού απεβίβασε κάπου 200 άνδρες οπλισμένους, απειλούσε. Ο Ηγούμενος αφού συσκέφθηκε αποφάσισε να προσφέρει γενναία δώρα στον πειρατή για να σώσει τους Μοναχούς και τη Μονή. Ένας Μοναχός, από το παράθυρο, φώναξε προς τον Αρταβάν: «Ας τα κανονίσουμε φιλικά για μη χυθεί αίμα. Αποφασίσαμε να σας δώσουμε 50.000 φλουριά, λάδι κι κρασί». ο πειρατής του απάντησε: «Καλόγηρε, σύμφωνοι αλλά θα πάρουμε και ένα αντικείμενο από τα κειμήλια σας κατά εκλογή μου». ο Ηγούμενος που ήταν πλησίον του Μονάχου συμφώνησε, αλλά στο Μοναστήρι θα περάσει αυτός μόνο με δέκα δικούς του. Αφού εισήλθαν και ο Ηγούμενος μέτρησε τα χρήματα και τους παρέδωσε λάδι και κρασί, ο αρχιπειρατής είπε σε έναν δικό του που γνώριζε από άλλη φορά την εικόνα (του Ακάθιστου) και σε ποιο σημείο υπήρχε και τους κάλεσε εκεί. Αφού έφθασαν ο πειρατής πήγε να πάρει την εικόνα, ενώ ο Ηγούμενος και οι Μονάχοι έμειναν άναυδοι. Αυτό το παληόξυλο διάλεξες, είπε στον Αρταβάν υποκριτικά. Αυτό αξίζει μιλιούνια, απάντησε εκείνος. «Άφησε την στη θέση της, είπε ο Ηγούμενος, οι εικόνες έχουν αξία μόνο για μας τους Χριστιανούς, πάρτε κάτι άλλο». Όχι, αυτό θα πάρω, είπε πεισματικά ο Ιφ. Προτιμώ να ταφώ κάτω από τα ερείπια της Μονής, παρά να την πάρετε, είπε και προσπάθησε να τον εμποδίσει. Ο Ιφ όμως τον έσπρωξε φωνάζοντας και απειλώντας: «Θα πεθάνετε όλοι σας». Πάνω στην αγανάκτηση του πρόλαβε ο Ηγούμενος να τους πει: «Έτσι που φέρεστε, πηγαίνετε αλλά μαζί με την κατάρα μου».

Αμέσως εξαφανίστηκαν προς τη θάλασσα και έφυγαν με προορισμό Σκύρο. Το βράδυ, ενώ ταξίδευαν, είδε στον ύπνο του την Παναγία που τους είπε απειλητικά: «Γιατί πονηρέ με πήρες; Πήγαινε με πίσω, εκεί που εμένα ήσυχη και ειρηνική». Ξύπνησε έντρομος ο Αρταβάν, μα δεν κάμφθηκε Σε λίγο ξέσπασε ξαφνικά μεγάλη τρικυμία, ώστε έκλυδωνίζοντο και κινδύνευαν τα πλοία να καταποντιστούν. Πάνω στον αναπάντεχο κίνδυνο, θυμήθηκε το όνειρο και πήγε προς την Εικόνα και βλέπει το κιβώτιο που την είχε τοποθετήσει κομματιασμένο και ή εικόνα γεμάτη μύρο που ευωδίαζε Κατάλαβε αμέσως ότι η τρικυμία είναι τοπική τιμωρία της Μητέρας του Χριστού. Μόλις την πήρε στα χέρια του σταμάτησε η τρικυμία. Σε επαφή τους δικούς του φώναξαν όλοι, να γυρίσουμε πίσω γιατί θα μας πνίξει Θεός των Χριστιανών.

Έπειτα από αρκετές ώρες, επέστρεψαν στον όρμο της Μονής Διονυσίου ο Σαρίφ έστειλε στη Μονή πειρατή, ο όποιος είπε στον Ηγούμενο: «Άνθρωπε του Θεού, ξέρω ότι κάναμε κακό, ο αρχηγός μου σε περιμένει να κατέβεις να πάρεις την εικόνα και να μας απαλλάξεις από την κατάρα που μας έδωσες». Αφού κατέβηκαν στο λιμάνι οι Μοναχοί, ο Αρταβάν έδειξε το κομματιασμένο κιβώτιο και τα ρούχα που είχε τυλίξει την εικόνα που ήταν μουσκεμένα από το θείο μύρο. Συγκινημένοι οι Μοναχοί παρέλαβαν την Εικόνα.

Το σπουδαιότερο από αυτή την υπόθεση, είναι ότι μερικοί πειρατές μετανόησαν, άφησαν τη ζωή αυτή και έμειναν στη Μονή και αφού κατηχήθηκαν έγιναν Χριστιανοί!

Διαπιστώνει εδώ κανείς με πόσους κόπους και θυσίες έχουν διατηρηθεί οι τόσοι πνευματικοί θησαυροί του Αγίου Όρους.

Ένα άλλο μέσα στα πολλά θαύματα της Παναγίας του "Ακάθιστου Ύμνο είναι και τούτο: Το 1753 μ.Χ. δίδασκε στην Αθωνιάδα Σχολή ο σοφός διδάσκαλος και επίσκοπος Ευγένιος Βούλγαρης. Αρρώστησε βαρεία από φοβερό έλκος. Η ασθένεια ήταν θανατηφόρος, οι πόνοι δριμύς ώστε ζητούσε το θάνατο. Τον μετέφεραν στη Μονή Διονυσίου προκειμένου να, τον περιποιηθεί σπουδαίος νοσοκόμος της Μονής με γνώσεις ιατρικής, πλην ουδέν κατόρθωσε παρά τις προσπάθειες. Τότε, οι παρευρεθέντας είπαν στον στενάζοντα Ευγένιο για τη θαυματουργό Εικόνα του Ακάθιστου. Παρακάλεσε να τον μεταφέρουν κλινήρη προ αυτής. Εκεί, γενομένης παρακλήσεως μέσα στους οξείς πόνους του, ικέτευσε την Κεχαριτωμένη. Τότε εκεί ξαφνικά αισθάνθηκε το φοβερό εκείνο βουβώνα ότι υποχώρησε και τους οξείς πόνους καταπραυνομένους, τα δε δάκρυα του να σταματούν. Το έλκος εκείνο αυτόματα διεράγηκε και σε λίγα λεπτά είχε εντελώς θεραπευτεί. Τότε, ο σοφός κατασυγκινημένος πήρε την πέννα και αμέσως έποι σε τους εξής ιαμβικούς στίχους:

«Ζωής δότην φέρουσα Σής ύπ' αγκάλης,
ζωοίς φέροντα θάνατον μ' ύπαί μάλης».

Δηλαδή, εσύ που φέρεις τον δοτήρα της ζωής μέσα στην αγκαλιά σου δίνεις ζωή σε μένα που φέρω τον θάνατον κάτω από τη μασχάλη.

Για την ωφέλεια που προέρχεται στις ψυχές όσων διαβάζουν τους Χαιρετισμούς - εκτός φυσικά από τις καθιερωμένες παρασκευές στους Ναούς - η ιδία η Παναγία φανείσα σε Αγίους είπε: «θα αγαπώ, θα προστατεύω, θα φυλάττω κάθε πιστόν ο οποίος θα με χαιρετίζει άπαξ της ημέρας ει δυνατόν με τους ωραίους ύμνους των Χαιρετισμών Μου, και θα ζει σύμφωνα με τον νόμον του Θεού. Κατά δε την τελευταία ημέραν της ζωής αυτού, θα τον υπερασπισθώ και ενώπιον του Υιού Μου».

Απολυτίκιο Αγ. Πέντε Κόρες από την Λέσβο - 5 ΑΠΡΙΛΙΟΥ

Απολυτίκιο Αγ. Κλαυδίου, Διοδώρου, Ουΐκτωρ, Ουϊκτωρίνος, Παππίος, Σεραπί...

Πέμπτη, 3 Απριλίου 2014

Εκδόθηκε το πρώτο Βιβλίο Επισκόπου Μελετίου αφιερωμένο στους Χαιρετισμούς

Εκδόθηκε το πρώτο μου Βιβλίο αφιερωμένο στους Χαιρετισμούς της Υπεραγίας Θεοτόκου , σε τετραχρωμία με Ιερές Εικόνες της Μητέρας όλων ημών . Περιέχει την κάθε στάση ξεχωριστά κατά εβδομάδα και τον Ακάθιστο ‘Ύμνο ξεχωριστά . Χρήσιμο στους Ιερείς , Ιεροψάλτες και τον ευλογημένο λαό μας . Το Βιβλίο τιμάτε 10 ευρώ. Για παραγγελία στείλτε μου μήνυμα . https://www.facebook.com/archimandrites.theophylaktos









Εκκλησία: Ο Χριστός παρατεινόμενος εις τους αιώνας.



Η λέξη Εκκλησία προέρχεται από το ρήμα εκκαλέω – ω (=προσκαλώ, συναθροίζω). Είναι, λοιπόν, η Εκκλησία μια συνάθροιση ανθρώπων, μια σύναξη.
Με την ίδια έννοια βρίσκουμε τη λέξη και στην αρχαία Ελλάδα. Η εκκλησία του δήμου ήταν μια συγκέντρωση των πολιτών με σκοπό τη συζήτηση διαφόρων πολιτικών και κοινωνικών θεμάτων.

Βέβαια στην Καινή Διαθήκη έχουμε χρησιμοποίηση της λέξης μ’ ένα πολύ βαθύτερο περιεχόμενο, αφού με την ενανθρώπηση του Χριστού η Εκκλησία δεν είναι απλώς μια συνάθροιση ανθρώπων, αλλά το ίδιο το Σώμα του Χριστού.
Ο Χριστός είπε στον Απόστολο Πέτρο, ο οποίος ομολόγησε τη θεότητά του: «εσύ είσαι ο Πέτρος και πάνω σ’ αυτή την πέτρα θα οικοδομήσω την Εκκλησία μου, και δεν θα την κατανικήσουν οι δυνάμεις του άδη». (Ματθ. 16, 18). Η πέτρα, δηλαδή, πάνω στην οποία στερεώνεται η Εκκλησία είναι η ομολογία ότι ο Χριστός είναι ο Υιός του Θεού.
Εκκλησία είναι η ενότητα κληρικών, μοναχών και λαϊκών και αυτή η ενότητα υπάρχει εν Χριστώ. Μέλη της Εκκλησίας είναι όσοι είναι ενωμένοι με το Χριστό μέσο του βαπτίσματος και της συμμετοχής στη μυστηριακή ζωή. Η Εκκλησία, λοιπόν, δεν είναι «τοίχος και οροφή», όπως αναφέρει ο Αγ. Ιω. Χρυσόστομος, «αλλά βίος και ζωή».
Η Εκκλησία είναι το σώμα του Χριστού, η Εκκλησία είναι ο Χριστός παρατεινόμενος στους αιώνες
Η Εκκλησία είναι η παγκόσμια κοινότητα των ανθρώπων, το σύνολο των πιστών του Θεού που:
• ΠΙΣΤΕΥΟΥΝ τον Χριστό ως Σωτήρα
• Τον ΛΑΤΡΕΥΟΥΝ μέσω της λειτουργίας των μυστηρίων και της Αγίας Γραφής.
• ΔΙΑΚΟΝΟΥΝ ΚΑΙ ΑΓΑΠΟΥΝ μέσω των καλών πράξεων και προσευχών, όπως ο Χριστός θέλει.
Ξεκινάει ιστορικά με την ΠΕΝΤΗΚΟΣΤΗ όταν το Άγιο Πνεύμα κατέβηκε στους Αποστόλους. Συνεχίζει το έργο της στις μέρες μας και θα συνεχίζει στους αιώνες των αιώνων.
Η Εκκλησία είναι:
• ΜΙΑ, γιατί στηρίζεται στην ενότητα του Ενός Θεού. (Πατέρα, Υιού και Αγίου Πνεύματος)
• ΑΓΙΑ, επειδή είναι χωρισμένη από κάθε αμαρτία, γιατί και ο Θεός είναι Άγιος.
• ΚΑΘΟΛΙΚΗ γιατί ζει την πληρότητα της Θείας Αλήθειας και περιλαμβάνει όλους τους πιστούς Χριστιανούς, όλων των εποχών και από όλα τα μέρη του κόσμου.
• ΑΠΟΣΤΟΛΙΚΗ γιατί διατηρεί ανόθευτη και απαραχάρακτη την Αποστολική διδασκαλία και Παράδοση και επειδή οι επίσκοποι που την ποιμαίνουν είναι διάδοχοι των αγίων Αποστόλων.
Στην Εκκλησία οι άνθρωποι μοιράζονται με τους άλλους τον εαυτό τους, το βίο τους, το χρόνο τους, τις ανησυχίες τους, τη δημιουργικότητά τους, τη χαρά τους, τη λύπη τους, την πίκρα τους, την απόγνωσή τους, την ελπίδα τους, την πίστη τους. Δεν υπάρχει Εκκλησία εκεί που οι άνθρωποι φροντίζουν ο καθένας τον εαυτό του, εκεί που ο καθένας κρατάει τα αγαθά του, τη χαρά του, τη δύναμή του, την ελπίδα του, την πίστη του, την αρετή του για τον εαυτό και δεν τη μοιράζεται με τους άλλους.
Κεφαλή της Εκκλησίας είναι ο Χριστός και μέλη Της όλοι όσοι δέχονται το Βάπτισμα στο όνομα της Αγίας Τριάδος.
«Έξω από την Εκκλησία δεν υπάρχει σωτηρία» (Τερτυλιανός)
Το βάπτισμα στο όνομα της Αγ. Τριάδος είναι απαραίτητη προϋπόθεση για μια καινούρια ζωή μέσα στο Σώμα του Χριστού, την Εκκλησία. Με το ένα και μοναδικό βάπτισμα συγχωρείται ο άνθρωπος από το προπατορικό αμάρτημα και από τις αμαρτίες που έκανε μέχρι να βαπτισθεί.
Η Εκκλησία είναι το Σώμα του Χριστού. Κεφαλή Της είναι ο ίδιος ο Χριστός και μέλη Της όλοι οι άνθρωποι, κληρικοί και λαϊκοί. Ο καθένας έχει τη δική του θέση μέσα στα Σώμα της Εκκλησίας, τα δικά του χαρίσματα –όπως ακριβώς ένα σώμα συνίσταται από διαφορετικά όργανα και μέλη. Όπως όταν πάσχει ένα μέλος, υποφέρει όλο το σώμα, έτσι και μέσα στην Εκκλησία: όταν χαίρεται ένα μέλος της Εκκλησίας, μοιράζεται τη χαρά του με όλους τους αδελφούς. Το ίδιο συμβαίνει κι όταν λυπάται ένα μέλος.
Η Εκκλησία συγκεντρώνεται όλη (και όχι ένα μόνο μέρος) σε κάθε Θεία Λειτουργία. Πάνω στο Άγιο Δισκάριο υπάρχει ο Αμνός (το Σώμα του Χριστού), οι μερίδες της Παναγίας και όλων των Αγίων, οι μερίδες των ζωντανών και των κεκοιμημένων. Έτσι, όταν τελείται η Θ. Λειτουργία, κοινωνούν όλα τα μέλη της Εκκλησίας με τον Θεό και μεταξύ τους και αγιάζονται επειδή ο Χριστός βρίσκεται ανάμεσά τους και είναι η Κεφαλή τους.
Τα ζωντανά μέλη της Εκκλησίας αποτελούν την «στρατευομένη» Εκκλησία. Όσοι Χριστιανοί έχουν ήδη κοιμηθεί αποτελούν την «θριαμβεύουσα» (στους ουρανούς) Εκκλησία.
Εκκλησία δεν είναι μόνο οι κληρικοί. Ούτε μόνο οι λαϊκοί. Όλοι μαζί συναποτελούν το Σώμα του Χριστού. Ορατός τύπος του Χριστού («εις τύπον και τόπον Χριστού») σε κάθε τοπική Εκκλησία είναι ο επίσκοπος. Οι λοιποί κληρικοί και οι λαϊκοί έχουν ο καθένας, ανάλογα με τα χαρίσματά του, το δικό του διακόνημα μέσα στην Εκκλησία.
«Σας παρακαλώ, λοιπόν, εγώ που είμαι φυλακισμένος για τον Κύριο, να ζείτε με τρόπο αντάξιο εκείνου που σας κάλεσε στη νέα ζωή. Να ζείτε με ταπείνωση, πραότητα και υπομονή. Να ανέχεστε με αγάπη ο ένας τον άλλο και να προσπαθείτε να διατηρείτε, με την ειρήνη που σας συνδέει μεταξύ σας, την ενότητα που δίνει το Πνεύμα του Θεού. Ένα σώμα αποτελείτε όλοι κι ένα πνεύμα σας ενώνει, όπως μία είναι η ελπίδα για την οποία σας κάλεσε ο Θεός. Ένας Κύριος υπάρχει, μία πίστη, ένα βάπτισμα. Ένας Θεός και Πατέρας όλων, που κυριαρχεί σ’ όλους, ενεργεί μέσα απ’ όλους και κατοικεί σε όλους σας». (απόστολος Παύλος, προς Εφεσίους δ΄ 1-6).
Ο Θεός έδωσε οδηγίες στον Νώε για να κατασκευάσει την κιβωτό, ώστε να σωθούν τα ζώα από τον κατακλυσμό. Ο Χριστός έστειλε το Άγιο Πνεύμα για να δημιουργήσει την Εκκλησία, ώστε να μπορούν όλοι οι άνθρωποι από την αμαρτία. Μέσα στην κιβωτό του Νώε συνυπήρχαν διαφόρων ειδών ζώα, αρσενικά και θηλυκά. Μέσα στην Εκκλησία του Χριστού δεν (πρέπει να) υπάρχουν διακρίσεις των μελών Της ανάλογα με το φύλο ή την καταγωγή τους.
Η αρχή της Εκκλησίας
Υπάρχουν τρεις φάσεις εμφανίσεως της Εκκλησίας. Η πρώτη είναι η δημιουργία των αγγέλων και των ανθρώπων, η δεύτερη είναι η ζωή του Αδάμ στον παράδεισο και η περίοδος της Π.Δ. και η τρίτη φάση της Εκκλησίας είναι η ενανθρώπηση του Χριστού.
Με τη δημιουργία τω αγγέλων και των ανθρώπων έχουμε την εμφάνιση της πρώτης Εκκλησίας. Άγγελοι και άνθρωποι ανήκουμε στην ίδια Ποίμνη.
Η πρώτη Εκκλησία ολοκληρώθηκε με τη δημιουργία του ανθρώπου. Ο Αδάμ και η Εύα ζούσαν στον Παράδεισο αγγελική ζωή και ήταν σε συνεχή επικοινωνία με το Θεό. Με την πτώση του Αδάμ έγινε διάσπαση της κοινωνίας του ανθρώπου με το Θεό, του ανθρώπου με τον εαυτό του και του ανθρώπου με όλη τη δημιουργία.
Παρά την πτώση όμως αυτή δεν αφανίζεται τελείως η Εκκλησία. Η Εκκλησία υφίσταται και στην περίοδο της Π.Δ. Ο άνθρωπος αγωνίζεται να αποκαταστήσει την κοινωνία με το Θεό και το επιχειρεί με τις διάφορες μορφές θρησκείας, αφού έχασε την αληθινή μνήμη και πραγματική γνώση του Θεού. Στην Π.Δ. υπήρχαν δίκαιοι άνθρωποι, όπως οι Κριτές, οι Προφήτες και οι άγιοι, οι οποίοι αξιώθηκαν θείας αποκαλύψεως (Αβραάμ, Μωϋσής κ.α.). Κι επειδή η όραση του Θεού, σύμφωνα με τους πατέρες της Εκκλησίας, ταυτίζεται με τη θέωση και την κοινωνία του ανθρώπου με το Θεό, γι’ αυτό λέμε ότι στην Π.Δ. διατηρείται το μικρό λήμμα, υπάρχει η Εκκλησία.
Αυτό βεβαιώνεται και από τη μυστηριακή τάξη της Εκκλησίας. Όλα τα μυστήρια της Χριστιανικής Εκκλησίας έχουν αναφορά στις τελετές της Π.Δ., π.χ. στο μυστήριο του γάμου παρακαλούμε το Θεό να ευλογήσει το ανδρόγυνο, όπως ευλόγησε τον Αβραάμ και τη Σάρα, τον Ιακώβ και τη Ρεβέκκα κ.λ.π.
Η Εκκλησία στην Καινή Διαθήκη
Με την ενανθρώπηση του Χριστού έχουμε τη φανέρωση της Εκκλησίας. Η Εκκλησία γίνεται Σώμα Χριστού και αποκτά την Κεφαλή της, που είναι ο ίδιος ο Χριστός. Παράλληλα θεώθηκε η ανθρώπινη φύση την οποία προσέλαβε ο Χριστός. Έτσι οι Χριστιανοί, τα μέλη της Εκκλησίας, είναι πλέον μέλη του Σώματος του Χριστού. Η ανθρώπινη φύση ενώθηκε με τη θεία φύση. Γι’ αυτό δε χωρίζουν ποτέ και παραμένουν αιώνια ενωμένες.
Έτσι η Εκκλησία θα υπάρχει και μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού και θα μπορούσαμε να μιλήσουμε για τέλεια φανέρωση της Εκκλησίας. Βέβαια τα έσχατα στην Εκκλησία δεν είναι απομονωμένα από τα αρχικά και τα ενδιάμεσα. Οι άγιοι από τώρα γεύονται τα έσχατα και απολαμβάνουν τη δόξα του Θεού.
Η αιωνιότητα της Εκκλησίας
Η Βασιλεία του Θεού δεν είναι κάτι στατικό. Θα υπάρχει διαρκής τελείωση της μέθεξης της δόξας του Θεού. Αυτό είναι πολύ σημαντικό, γιατί αν η μέλλουσα ζωή είναι μια στάσιμη κατάσταση, τότε δεν θα έχει πληρότητα.
Ο Αγ. Γρηγόριος ο Παλαμάς κάνει λόγο για τη διαρκή εξέλιξη στη θέωση και τελείωση του ανθρώπου αλλά και των αγγέλων.
Όμως, για τους ανθρώπους που δεν μετείχαν στην καθαρτική Χάρη του Θεού, δηλ. δεν εισήλθαν στο στάδιο της μετάνοιας, δεν θα ισχύει αυτή η αγαθή εξέλιξη.
Μετά τη Δευτέρα Παρουσία του Χριστού θα έχουμε τελειότερη φανέρωση της δόξας του Θεού. Σύμφωνα με τους Πατέρες τώρα γευόμαστε των αγαθών της Βασιλείας του Θεού «εν αρραβώνι».
Η Εκκλησία δεν είναι ανθρώπινη οργάνωση, αλλά Θεανθρώπινος οργανισμός. Δεν είναι ένα ανθρώπινο σωματείο, αλλά το Θεανθρώπινο Σώμα του Χριστού. Η αρχή της Εκκλησίας είναι Αυτός ο Ίδιος Ο Θεός. Δεν είναι εφεύρεση ανθρώπων, δεν είναι καρπός και αποτέλεσμα της κοινωνικής ανάγκης των ανθρώπων, αλλά είναι ο μοναδικός χώρος της σωτηρίας του ανθρώπου. Δημιουργείται, δηλ., η εντύπωση ότι την Εκκλησία την έκαναν οι άνθρωποι για να μπορούν να επιβιώνουν μέσα στις τόσες δύσκολες και τραγικές κοινωνικές συνθήκες ζωής.